49 αποτελέσματα για «領»

領土回復主義 りょうどかいふくしゅぎ

ουσιαστικό

  1. 01 αλυτρωτισμός
領土回復主義者 りょうどかいふくしゅぎしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 αλυτρωτιστής
領土主権 りょうどしゅけん

ουσιαστικό

  1. 01 εδαφική κυριαρχία
領導 りょうどう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ηγεσία, καθοδήγηση
領知 りょうち

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κυριαρχία επί (της γης, της επικράτειας κάποιου κ.λπ.)
領掌 りょうしょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κατέχω (έδαφος, γη, κ.λπ.), κυβερνώ, διαχειρίζομαι
  2. 02 αναγνωρίζω, εγκρίνω, χορηγώ
領事事務所 りょうじじむしょ

ουσιαστικό

  1. 01 προξενικό γραφείο, προξενείο
領得罪 りょうとくざい

ουσιαστικό

  1. 01 έγκλημα ιδιοποίησης, κεκτημένο αδίκημα, αδίκημα υπεξαίρεσης
  1. 01 δικαιοδοσία
  2. 02 κυριαρχία, επικράτεια
  3. 03 επικράτεια, έδαφος
  4. 04 φέουδο
  5. 05 βασιλεία