323 αποτελέσματα για «食»
食いしばる くいしばる
ρήμα
- 01 σφίγγω (τα δόντια μου), τρίζω, συσφίγγω, συμπιέζω
食い違う くいちがう N1
ρήμα
- 01 δεν εφαρμόζω καλά (π.χ. στις ραφές), δεν συμπλέκω σωστά (για γρανάζια)
- 02 διαφέρω (π.χ. απόψεων), συγκρούομαι, βρίσκομαι σε αντιπαράθεση (π.χ. με τα γεγονότα), έρχομαι σε αντίθεση (με), είμαι ασυνεπής (με), είμαι αντιφατικός
食い殺す くいころす
ρήμα
- 01 καταβροχθίζω, κατασπαράζω
食いちぎる くいちぎる
ρήμα
- 01 δαγκώνω και αποκόπτω
食む はむ
ρήμα
- 01 τρώνω (ζωοτροφή, χόρτο κ.λπ.)
- 02 λαμβάνω (μισθό), λαμβάνω χρηματική αποζημίωση από τον άρχοντά μου
食欲をそそる しょくよくをそそる
άλλο, ρήμα
- 01 διεγείρω την όρεξη, ανοίγω την όρεξη
食い尽くす くいつくす
ρήμα
- 01 καταναλώνω τα πάντα, τρώω τα πάντα
食べきれない たべきれない
επίθετο
- 01 αυτό που δεν μπορεί να καταναλωθεί ολόκληρο λόγω υπερβολικής ποσότητας
食事を摂る しょくじをとる
άλλο, ρήμα
- 01 τρώω, γευματίζω
食い荒らす くいあらす
ρήμα
- 01 καταστρέφω τρώγοντας (π.χ. καλλιέργειες), τρώω καταβροχθίζοντας, καταβροχθίζω, καταβροχθίζω βιαστικά
- 02 τρώω λίγο από όλα
- 03 καταπατώ, καταλαμβάνω, κλέβω (π.χ. υποστήριξη)
食器棚 しょっきだな
ουσιαστικό
- 01 ντουλάπι κουζίνας, μπουφές
食べっぷり たべっぷり
ουσιαστικό
- 01 τρόπος φαγητού
食道 しょくどう
ουσιαστικό
- 01 οισοφάγος
食卓を囲む しょくたくをかこむ
άλλο, ρήμα
- 01 κάθομαι γύρω από το τραπέζι φαγητού (με κάποιον), τρώω με παρέα, μοιράζομαι ένα τραπέζι
食らわす くらわす
ρήμα
- 01 ταΐζω κάποιον, δίνω (ένα χτύπημα), στήνω (μια παγίδα)
食い意地 くいいじ
ουσιαστικό
- 01 λωβοφαγία, λαιμαργία
食いつき くいつき
ουσιαστικό
- 01 τσίμπημα (στο ψάρεμα)
食べ歩き たべあるき
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 δοκιμή φαγητού σε διάφορα εστιατόρια, γαστρονομική περιήγηση
- 02 κατανάλωση φαγητού εν κινήσει, περπάτημα ενώ τρώω
食中毒 しょくちゅうどく
ουσιαστικό
- 01 τροφική δηλητηρίαση
食前 しょくぜん
ουσιαστικό, επίρρημα
- 01 πριν από το γεύμα