628 αποτελέσματα για «手»

手を握る てをにぎる

άλλο, ρήμα

  1. 01 ενώνω τις δυνάμεις μου (με), συμμαχώ (με), κρατώ τα χέρια
手工業者 しゅこうぎょうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 χειροτέχνης, τεχνίτης
手彩色 てさいしき

ουσιαστικό

  1. 01 χειροποίητος χρωματισμένος, χειροκίνητα χρωματισμένος, χειροκίνητα τονισμένος
手慣れた てなれた

άλλο

  1. 01 εξασκημένος, επιδέξιος, έμπειρος, καταρτισμένος
手計算 てけいさん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 χειροκίνητος υπολογισμός
手送り ておくり

ουσιαστικό

  1. 01 χειροκίνητη τροφοδοσία (σε μηχάνημα)
手彫り てぼり

ουσιαστικό

  1. 01 χειροκίνητο σκάλισμα
手荷物棚 てにもつだな

ουσιαστικό

  1. 01 ράφι αποσκευών, αποθηκευτικός χώρος πάνω από τα καθίσματα
手前取り てまえどり

ουσιαστικό

  1. 01 αγορά προϊόντων από το μπροστινό μέρος του ραφιού (δηλαδή με πλησιέστερη ημερομηνία λήξης)
手紡ぎ糸 てつむぎいと

ουσιαστικό

  1. 01 χειροποίητο γνέσιμο, νήμα που έχει γνεστεί στο χέρι
手本を示す てほんをしめす

άλλο, ρήμα

  1. 01 δίνω το παράδειγμα, καθοδηγώ κάποιον
手刈り てがり

ουσιαστικό

  1. 01 κοπή ρυζιού με δρεπάνι, χειρωνακτικός θερισμός
手配ミス てはいミス

ουσιαστικό

  1. 01 σφάλμα στον προγραμματισμό (οργάνωσης), πλημμελής προετοιμασία, λάθος στην κράτηση
手提げバッグ てさげバッグ

ουσιαστικό

  1. 01 τσάντα χειρός, τσάντα μεταφοράς, τσάντα ώμου
手配写真 てはいしゃしん

ουσιαστικό

  1. 01 φωτογραφία καταζητούμενου προσώπου, φωτογραφία σήμανσης
手足となる てあしとなる

άλλο, ρήμα

  1. 01 γίνομαι το δεξί χέρι κάποιου, υπηρετώ κάποιον πιστά, είμαι στο πλευρό κάποιου για να εκτελώ κάθε επιθυμία του
手売り てうり

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πώληση δια ζώσης
手作り品 てづくりひん

ουσιαστικό

  1. 01 χειροποίητο αντικείμενο, χειροτέχνημα
手のひら返し てのひらがえし

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 απότομη αλλαγή στάσης (συμπεριφοράς, γνώμης κ.λπ.), κωλοτούμπα, μεταστροφή
手帳持ち てちょうもち

ουσιαστικό

  1. 01 άτομο με αναπηρία, κάτοχος κάρτας αναπηρίας