1588 αποτελέσματα για «一»

一癖 ひとくせ

ουσιαστικό

  1. 01 ιδιομορφία, ιδιοσυγκρασία, ιδιαιτερότητα
一本調子 いっぽんぢょうし

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 μονότονος, χωρίς εναλλαγές, ανιαρός, έλλειψη ποικιλίας
一等星 いっとうせい

ουσιαστικό

  1. 01 αστέρας πρώτου μεγέθους
一要素 いちようそ

ουσιαστικό

  1. 01 ένα στοιχείο, ένας παράγοντας
一回りも二回りも ひとまわりもふたまわりも

άλλο

  1. 01 ένα ή δύο νούμερα μεγαλύτερος (ή άλλου είδους ανώτερο επίπεδο), ένα ή δύο επίπεδα (καλύτερος, πιο ώριμος, κ.λπ.)
一般道 いっぱんどう

ουσιαστικό

  1. 01 συνηθισμένος δρόμος, τοπικός δρόμος, δρόμος χωρίς διόδια
一翼を担う いちよくをになう

άλλο, ρήμα

  1. 01 συμβάλλω, παίζω ρόλο, αναλαμβάνω μερίδιο, μοιράζομαι το βάρος
一昨 いっさく

ουσιαστικό

  1. 01 προπερασμένος
一面的 いちめんてき

επίθετο

  1. 01 μονόπλευρος
一卵性双生児 いちらんせいそうせいじ

ουσιαστικό

  1. 01 μονοζυγωτικά δίδυμα
一定値 いっていち

ουσιαστικό

  1. 01 σταθερή τιμή, προκαθορισμένη τιμή
一線級 いっせんきゅう

ουσιαστικό

  1. 01 κορυφαίος, πρώτης τάξεως, ανώτερης ποιότητας, ηγετικός
一道 いちどう

ουσιαστικό

  1. 01 μία οδός, μία ακτίνα (ελπίδας)
一酸化炭素中毒 いっさんかたんそちゅうどく

ουσιαστικό

  1. 01 δηλητηρίαση από μονοξείδιο του άνθρακα
一周忌 いっしゅうき

ουσιαστικό

  1. 01 πρώτο ετήσιο μνημόσυνο θανάτου
一天 いってん

ουσιαστικό

  1. 01 ολόκληρος ο ουρανός, στερέωμα
一巡り ひとめぐり

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ένας κύκλος, περιφορά, πραγματοποίηση ενός κύκλου (σε)
  2. 02 πρώτο μνημόσυνο θανάτου
一世を風靡する いっせいをふうびする

άλλο, ρήμα

  1. 01 κάνω θραύση, κυριαρχώ στη σκέψη των ανθρώπων
一決 いっけつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συμφωνημένος, διευθετημένος
一夫一妻 いっぷいっさい

ουσιαστικό

  1. 01 μονογαμία