826 αποτελέσματα για «小»

小羸子 しただみ

ουσιαστικό

  1. 01 σιταντάμι (είδος θαλάσσιου σαλιγκαριού)
小型特殊自動車 こがたとくしゅじどうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 μικρό ειδικού σκοπού όχημα
小特 ことく

ουσιαστικό

  1. 01 μικρό ειδικό όχημα
小二輪 こにりん

ουσιαστικό

  1. 01 μικρό δίτροχο όχημα (π.χ. μοτοποδήλατο)
小異を捨てて大同につく しょういをすててだいどうにつく

άλλο, ρήμα

  1. 01 παραμερίζω τις μικροδιαφορές για χάρη του κοινού καλού
小鰈 こがれい

ουσιαστικό

  1. 01 κογκαρέι (μικρή πλατύψαρο, είδος γλώσσας)
小姉さん ちいねえさん

ουσιαστικό

  1. 01 η μικρότερη από τις μεγαλύτερες αδελφές κάποιου
小円 しょうえん

ουσιαστικό

  1. 01 μικρός κύκλος
  2. 02 μικρός κύκλος (μιας σφαίρας)
小酌 しょうしゃく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πόση σε μικρή παρέα
  2. 02 κατανάλωση μικρής ποσότητας αλκοόλ
小傷 こきず

ουσιαστικό

  1. 01 μικρή γρατζουνιά, μικρή ζημιά
小ネギ こねぎ

ουσιαστικό

  1. 01 πράσινα βλαστάρια φρέσκου κρεμμυδιού
小児癌 しょうにがん

ουσιαστικό

  1. 01 παιδικός καρκίνος, παιδιατρικός καρκίνος
小協奏曲 しょうきょうそうきょく

ουσιαστικό

  1. 01 κοντσερτίνο
小笠原方言 おがさわらほうげん

ουσιαστικό

  1. 01 ογκασαγουάρα αγγλικά, μπονίν αγγλικά
小卒 しょうそつ

ουσιαστικό

  1. 01 αυτός που δεν έχει ολοκληρώσει εκπαίδευση πέρα από το δημοτικό σχολείο, απόφοιτος δημοτικού
小米蚊帳吊 こごめかやつり

ουσιαστικό

  1. 01 κογκόμε-καγιατσούρι (είδος κύπερου, Cyperus iria)
小なりイコール しょうなりイコール

άλλο

  1. 01 μικρότερο ή ίσο
小楊枝 こようじ

ουσιαστικό

  1. 01 οδοντογλυφίδα
小型版 こがたばん

ουσιαστικό

  1. 01 μικρότερη έκδοση, μικρογραφημένη εκδοχή, έκδοση τσέπης
小判切手 こばんきって

ουσιαστικό

  1. 01 γραμματόσημο της περιόδου Μεϊτζί που απεικονίζει ένα μεγάλο οβάλ σχέδιο