1588 αποτελέσματα για «一»

一利 いちり

ουσιαστικό

  1. 01 ένα πλεονέκτημα
一席設ける いっせきもうける

άλλο, ρήμα

  1. 01 οργανώνω μια μικρή δεξίωση ή δείπνο
一筆書き ひとふでがき

ουσιαστικό

  1. 01 σχέδιο με μια συνεχή γραμμή, μονοκοντυλιά
一季 いっき

ουσιαστικό, επίρρημα

  1. 01 μία εποχή
  2. 02 ένα έτος (ειδικότερα ως διάρκεια απασχόλησης την περίοδο Έντο)
一次会 いちじかい

ουσιαστικό

  1. 01 πρώτο πάρτι (της βραδιάς), κύρια συγκέντρωση
一足違い ひとあしちがい

ουσιαστικό

  1. 01 χάνω οριακά (συνάντηση κάποιου, επιβίβαση σε τρένο κ.λπ.)
一等航海士 いっとうこうかいし

ουσιαστικό

  1. 01 α' αξιωματικός, πρώτος ύπαρχος
一再ならず いっさいならず

άλλο

  1. 01 επανειλημμένα, ξανά και ξανά
一玉 いちだま

ουσιαστικό

  1. 01 χάντρα του σορμπάν με αξία ένα
一見の客 いちげんのきゃく

ουσιαστικό

  1. 01 πελάτης που έρχεται για πρώτη φορά (σε πανδοχείο ή εστιατόριο), τυχαίος πελάτης, πελάτης χωρίς σύσταση από τακτικό πελάτη
一札 いっさつ

ουσιαστικό

  1. 01 έγγραφο
  2. 02 ομόλογο
一回勝負 いっかいしょうぶ

ουσιαστικό

  1. 01 αναμέτρηση που κρίνεται στον έναν γύρο, αναμέτρηση που κρίνεται με μία ζαριά, παιχνίδι μίας και μόνο ευκαιρίας, καθοριστική αναμέτρηση
一下 いっか

ουσιαστικό

  1. 01 κάτι που παραδίδεται από γενιά σε γενιά (συνήθως εντολή)
一群れ ひとむれ

ουσιαστικό

  1. 01 ομάδα, κοπάδι, πλήθος, αγέλη
  2. 02 ευρεία έκταση (λουλουδιών)
一発放つ いっぱつはなつ

ρήμα

  1. 01 αερίζομαι, κλάνω, ρίχνω μια βολή
一生一度 いっしょういちど

ουσιαστικό

  1. 01 μία φορά στη ζωή κάποιου, μοναδική φορά στη ζωή
一席ぶつ いっせきぶつ

ρήμα

  1. 01 εκφωνώ λόγο (μπροστά σε μεγάλο ακροατήριο), βγάζω έναν επιβλητικό λόγο
一体に いったいに

επίρρημα

  1. 01 γενικά, εν γένει
一飯 いっぱん

ουσιαστικό

  1. 01 μπολ με ρύζι, γεύμα
一歩間違うと いっぽまちがうと

άλλο

  1. 01 κάνω ένα λάθος βήμα και...
  2. 02 κάνω μια λάθος κίνηση και...