158 αποτελέσματα για «伝»

伝家 でんか

ουσιαστικό

  1. 01 οικογενειακό κειμήλιο, ατού, έσχατη λύση, οικογενειακή παράδοση
伝家の宝刀を抜く でんかのほうとうをぬく

άλλο, ρήμα

  1. 01 χρησιμοποιώ το μυστικό μου όπλο, ρίχνω το τελευταίο μου χαρτί, βγάζω τον άσο από το μανίκι μου
伝助 でんすけ

ουσιαστικό

  1. 01 τυχερό παιχνίδι δρόμου παρόμοιο με ρουλέτα
  2. 02 φορητό κασετόφωνο (που χρησιμοποιείται από ρεπόρτερ)
伝統音楽 でんとうおんがく

ουσιαστικό

  1. 01 παραδοσιακή μουσική
伝記映画 でんきえいが

ουσιαστικό

  1. 01 βιογραφική ταινία, βιογραφία
伝教 でんぎょう

ουσιαστικό

  1. 01 ιεραποστολικό έργο (ειδικότερα βουδιστικό), κήρυγμα
伝導性 でんどうせい

ουσιαστικό

  1. 01 αγωγιμότητα
伝写 でんしゃ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αντιγραφή και διαβίβαση κειμένου
伝染病研究所 でんせんびょうけんきゅうじょ

ουσιαστικό

  1. 01 ινστιτούτο μολυσματικών ασθενειών
伝受 でんじゅ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μύηση (π.χ. στα μυστικά μιας τέχνης), λήψη διδασκαλίας, εκπαίδευση
伝奇的 でんきてき

επίθετο

  1. 01 θρυλικός
伝い歩き つたいあるき

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 βάδισμα με στήριξη σε αντικείμενα (όπως ένας τοίχος ή ένα τραπέζι), το λεγόμενο cruising (για μικρό παιδί)
  2. 02 βάδισμα πάνω σε πέτρες διάβασης
伝令者 でんれいしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 αγγελιαφόρος, σύνδεσμος, απεσταλμένος
伝世 でんせい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μεταβίβαση από γενιά σε γενιά
伝統主義者 でんとうしゅぎしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 παραδοσιοκράτης
伝声器 でんせいき

ουσιαστικό

  1. 01 σωλήνας ομιλίας
伝法肌 でんぼうはだ

ουσιαστικό

  1. 01 αγριωπός, αυταρχικός χαρακτήρας
伝統色 でんとうしょく

ουσιαστικό

  1. 01 παραδοσιακό χρώμα
伝道集会 でんどうしゅうかい

ουσιαστικό

  1. 01 ευαγγελιστική συγκέντρωση
伝染性紅斑 でんせんせいこうはん

ουσιαστικό

  1. 01 λοιμώδες ερύθημα, σύνδρομο χαστουκισμένης παρειάς, πέμπτη νόσος