185 αποτελέσματα για «体»

体重計 たいじゅうけい

ουσιαστικό

  1. 01 ζυγαριά, ζυγαριά μπάνιου, μηχάνημα μέτρησης βάρους
体動 たいどう

ουσιαστικό

  1. 01 σωματική κίνηση
体の弱い からだのよわい

άλλο, επίθετο

  1. 01 ασθενικός, εύθραυστος, με εύθραυστη κράση, σε κακή κατάσταση υγείας
体組織 たいそしき

ουσιαστικό

  1. 01 σωματικός ιστός, σύσταση σώματος
体内時計 たいないどけい

ουσιαστικό

  1. 01 βιολογικό ρολόι
体現者 たいげんしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 ενσάρκωση, η προσωποποίηση
体感温度 たいかんおんど

ουσιαστικό

  1. 01 αισθητή θερμοκρασία, θερμοκρασία που «νιώθει» το σώμα
体系化 たいけいか

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συστηματοποίηση, οργάνωση
体高 たいこう

ουσιαστικό

  1. 01 ύψος στο ακρώμιο
体系的 たいけいてき

επίθετο

  1. 01 συστηματικός
体は正直 からだはしょうじき

άλλο

  1. 01 το σώμα είναι ειλικρινές, το σώμα σου αποκαλύπτει τι πραγματικά σκέφτεσαι (ή θέλεις)
体色 たいしょく

ουσιαστικό

  1. 01 χρώμα (ζώου), χρώμα σώματος
体で覚える からだでおぼえる

άλλο, ρήμα

  1. 01 κατακτώ κάτι μέσω προσωπικής εμπειρίας
体を反らす からだをそらす

άλλο, ρήμα

  1. 01 λυγίζω το σώμα μου προς τα πίσω
体質的 たいしつてき

επίθετο

  1. 01 συνταγματικός, ιδιοσυγκρασιακός, που αφορά τον χαρακτήρα, τη δομή, τη φύση, κ.λπ.
体技 たいぎ

ουσιαστικό

  1. 01 μαχητικό άθλημα, πολεμική τέχνη
体する たいする

ρήμα

  1. 01 συμμορφώνομαι, υπακούω, τηρώ, πράττω σύμφωνα με τις οδηγίες
体験入部 たいけんにゅうぶ

ουσιαστικό

  1. 01 δοκιμαστική συμμετοχή σε όμιλο ή σύλλογο
体験版 たいけんばん

ουσιαστικό

  1. 01 δοκιμαστική έκδοση (λογισμικού), έκδοση επίδειξης
体を開く たいをひらく

άλλο, ρήμα

  1. 01 στέκομαι όρθιος με τα χέρια ή/και τα πόδια ανοιχτά
  2. 02 αποφεύγω