73 αποτελέσματα για «偏»
偏導関数 へんどうかんすう
ουσιαστικό
- 01 μερική παράγωγος
偏東風 へんとうふう
ουσιαστικό
- 01 άνεμος με ανατολική κατεύθυνση (π.χ. αληγείς άνεμοι, πολικοί ανατολικοί άνεμοι)
偏性嫌気性菌 へんせいけんきせいきん
ουσιαστικό
- 01 υποχρεωτικό αναερόβιο, αυστηρό αναερόβιο
偏微分式 へんびぶんしき
ουσιαστικό
- 01 μερική διαφορική εξίσωση
偏波面 へんぱめん
ουσιαστικό
- 01 επίπεδο πόλωσης
偏極 へんきょく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 πόλωση
偏向的 へんこうてき
επίθετο
- 01 προκατειλημμένος, μεροληπτικός, στρατευμένος
偏走 へんそう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 εκτροπή από την πορεία, απόκλιση
偏析 へんせき
ουσιαστικό
- 01 διαχωρισμός, μερική απομόνωση
偏光子 へんこうし
ουσιαστικό
- 01 πολωτής, πολωτικό πρίσμα
偏光顕微鏡 へんこうけんびきょう
ουσιαστικό
- 01 πολωτικό μικροσκόπιο, πετρογραφικό μικροσκόπιο, μικροσκόπιο πόλωσης
偏食家 へんしょくか
ουσιαστικό
- 01 ιδιότροπος στο φαγητό, δύσκολος στο φαγητό
偏
- 01 μερικός
- 02 πλευρά
- 03 αριστερό ριζικό
- 04 επικλινής
- 05 μεροληπτικός