146 αποτελέσματα για «元»

元気づけ げんきづけ

ουσιαστικό

  1. 01 ενθάρρυνση, καθησυχασμός, τονωτικό, αναζωογονητικό, πηγή ενέργειας
元職 もとしょく

ουσιαστικό

  1. 01 προηγούμενη εργασία, προηγούμενη θέση
元気はつらつ げんきはつらつ

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 γεμάτος ζωντάνια, γεμάτος ενέργεια, γεμάτος σφρίγος
元型 げんけい

ουσιαστικό

  1. 01 αρχέτυπο (στη γιουνγκιανή θεωρία)
元気印 げんきじるし

ουσιαστικό

  1. 01 σύμβολο ζωντάνιας, γεμάτη ενέργεια παρουσία, φημισμένος για τη δραστηριότητά του
元の鞘に収まる もとのさやにおさまる

άλλο, ρήμα

  1. 01 θάβω το τσεκούρι του πολέμου, τα βρίσκω, συμφιλιώνομαι, επανασυνδέομαι (π.χ. ζευγάρι), επανέρχομαι στην προηγούμενη κατάσταση
元始 げんし

ουσιαστικό

  1. 01 αρχή, προέλευση
元素記号 げんそきごう

ουσιαστικό

  1. 01 χημικό σύμβολο (π.χ. Υ για το υδρογόνο), σύμβολο στοιχείου
元弘 げんこう

ουσιαστικό

  1. 01 εποχή Γκενκό (9 Αυγούστου 1331 - 29 Ιανουαρίου 1334)
元値 もとね

ουσιαστικό

  1. 01 αρχικό κόστος, τιμή κόστους
元徳 げんとく

ουσιαστικό

  1. 01 Γκεντόκου, εποχή της ιαπωνικής ιστορίας (29 Αυγούστου 1329 - 9 Αυγούστου 1331)
元文 げんぶん

ουσιαστικό

  1. 01 Γκενμπούν, εποχή της ιαπωνικής ιστορίας (28 Απριλίου 1736 - 27 Φεβρουαρίου 1741)
元請け もとうけ

ουσιαστικό

  1. 01 κύρια εργολαβία, κύριος εργολάβος
元三 がんざん

ουσιαστικό

  1. 01 πρώτο τριήμερο του νέου έτους (1 έως 3 Ιανουαρίου)
元サヤ もとサヤ

ουσιαστικό

  1. 01 επανασύνδεση, συμφιλίωση, επιστροφή στην προηγούμενη κατάσταση
元勲 げんくん

ουσιαστικό

  1. 01 παλαίμαχος πολιτικός, πρωτεργάτης της εθνικής ανασυγκρότησης
元交際相手 もとこうさいあいて

ουσιαστικό

  1. 01 πρώην αγόρι, πρώην κοπέλα
元気モリモリ げんきモリモリ

άλλο, ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 γεμάτος ενέργεια, γεμάτος ζωντάνια, γεμάτος σφρίγος
元軍 げんぐん

ουσιαστικό

  1. 01 στρατός της δυναστείας Γιουάν των Μογγόλων
元気者 げんきもの

ουσιαστικό

  1. 01 ζωηρό άτομο, άνθρωπος με ζωντάνια, δραστήριο άτομο, ενεργητικός άνθρωπος