80 αποτελέσματα για «冬»

冬瓜子 とうがし

ουσιαστικό

  1. 01 σπόρος κερωμένης κολοκύθας, σπόρος χειμερινής κολοκύθας
冬安居 ふゆあんご

ουσιαστικό

  1. 01 χειμερινή απομόνωση, χειμερινή περίοδος άσκησης (φουγιού άνγκο)
冬葵 ふゆあおい

ουσιαστικό

  1. 01 φουγιουαόι (είδος μολόχας, Malva verticillata)
冬隣 ふゆどなり

ουσιαστικό

  1. 01 τέλη του φθινοπώρου που κάνουν να φαίνεται σαν να πλησιάζει ο χειμώνας
冬トピア ふゆトピア

ουσιαστικό

  1. 01 φουγιουτόπια (κυβερνητικό πρόγραμμα για τη δημιουργία κατάλληλων συνθηκών διαβίωσης τον χειμώνα στη βόρεια Χοκάιντο)
冬至粥 とうじがゆ

ουσιαστικό

  1. 01 χυλός από ρύζι και φασόλια ατζούκι που καταναλώνεται την ημέρα του χειμερινού ηλιοστασίου (για να απομακρυνθούν τα κακά πνεύματα που διαδίδουν μεταδοτικές ασθένειες)
冬北斗 ふゆほくと

ουσιαστικό

  1. 01 η Μεγάλη Άρκτος όπως φαίνεται μια χειμωνιάτικη νύχτα
冬菊 ふゆぎく

ουσιαστικό

  1. 01 φουγιουγκίκου (ανθεκτική ποικιλία του χρυσανθέμου του ινδικού)
冬蒔き ふゆまき

ουσιαστικό

  1. 01 χειμερινή σπορά
冬練 ふゆれん

ουσιαστικό

  1. 01 χειμερινή προπόνηση (ειδικά στο μπέιζμπολ)
冬囲い ふゆがこい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 χειμερινή μόνωση κατοικίας για προστασία από το κρύο
  2. 02 κάλυψη καλλιεργειών για τον χειμώνα, χειμερινό κάλυμμα φυτών
  3. 03 κάλυψη αχρησιμοποίητων σκαφών κατά τη διάρκεια του χειμώνα (π.χ. με ψάθες)
冬営 とうえい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 χειμερινή κατασκήνωση, εγκατάσταση σε χειμερινά καταλύματα
  2. 02 προετοιμασίες για τον χειμώνα
冬青 そよご

ουσιαστικό

  1. 01 ιαπωνικό πουρνάρι (Ilex pedunculosa)
冬晴れ ふゆばれ

ουσιαστικό

  1. 01 καθαρός χειμωνιάτικος ουρανός, καθαρός χειμωνιάτικος καιρός
冬の時代 ふゆのじだい

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 εποχή παρακμής, δύσκολοι καιροί, χρόνια χειμώνα
冬季うつ病 とうきうつびょう

ουσιαστικό

  1. 01 εποχιακή συναισθηματική διαταραχή, χειμερινή κατάθλιψη
冬季うつ とうきうつ

ουσιαστικό

  1. 01 χειμερινή κατάθλιψη, χειμωνιάτικη μελαγχολία
冬うつ ふゆうつ

ουσιαστικό

  1. 01 χειμερινή κατάθλιψη, χειμωνιάτικη μελαγχολία
冬ソナ ふゆソナ

ουσιαστικό

  1. 01 Φύγιου Σόνα (κορεατική τηλεοπτική σειρά)
  1. 01 χειμώνας