273 αποτελέσματα για «切»

切れ間 きれま

ουσιαστικό

  1. 01 διάστημα, διακοπή, ρωγμή (στα σύννεφα)
切開 せっかい N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 χειρουργική τομή, εγχείρηση, τομή
切に せつに

επίρρημα

  1. 01 έντονα, θερμά, διακαώς
切り結ぶ きりむすぶ

ρήμα

  1. 01 διασταυρώνω τα ξίφη μου (με κάποιον)
切り伏せる きりふせる

ρήμα

  1. 01 καταβάλλω, κατακόβω (έναν εχθρό)
切羽 せっぱ

ουσιαστικό

  1. 01 λεπτή ροδέλα που τοποθετείται και από τις δύο πλευρές του προστατευτικού της λαβής (τσούμπα) ενός σπαθιού
  2. 02 μέχρι τη λαβή, σε απόγνωση
切り抜き きりぬき

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 απόκομμα (άρθρου εφημερίδας κ.ά.), κομμάτι, αποκόλλημα (για λεύκωμα)
  2. 02 κομμένο σχέδιο (εικόνα, χρωματιστό χαρτί κ.ά.)
  3. 03 απόσπασμα (από βίντεο), βίντεο κλιπ
切りがない きりがない

άλλο, επίθετο

  1. 01 ατέλειωτος, απύθμενος, αναρίθμητος
  2. 02 ατέλειωτος, ατέρμονος, που διαρκεί για πάντα
切れ込み きれこみ

ουσιαστικό

  1. 01 κόψιμο, εγκοπή, σχισμή
切っても切れない きってもきれない

άλλο, επίθετο

  1. 01 αχώριστος (ειδικά για δεσμό ή σχέση), άρρηκτος, αδιάσπαστος, αναπόσπαστος, ουσιώδης, που δεν μπορεί να διακοπεί (να κοπεί ή να χωριστεί), αδιάλυτος
切支丹 キリシタン

ουσιαστικό

  1. 01 χριστιανισμός (στη φεουδαρχική Ιαπωνία), χριστιανός
切迫感 せっぱくかん

ουσιαστικό

  1. 01 αίσθημα επείγοντος
切れ ぎれ

ουσιαστικό

  1. 01 εξαντλώ πλήρως, ξεμένω από, καταναλώνω
切り上げ きりあげ

ουσιαστικό

  1. 01 ολοκλήρωση, πέρας
  2. 02 στρογγυλοποίηση προς τα πάνω
  3. 03 ανατιμητική προσαρμογή
切り売り きりうり

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πώληση με το κομμάτι
  2. 02 πώληση (γνώσεων, ταλέντων κ.λπ.) τμηματικά, σταδιακή πώληση
切り出し きりだし

ουσιαστικό

  1. 01 κοπίδι
  2. 02 υλοτομία, κοπή
  3. 03 αποκόμματα (κρέατος)
  4. 04 έναρξη ομιλίας
  5. 05 εξαγωγή (τμήματος αρχείου πολυμέσων), απομόνωση
切れ目を入れる きれめをいれる

άλλο, ρήμα

  1. 01 κάνω μια τομή, χαράσσω (φαγητό)
切り殺す きりころす

ρήμα

  1. 01 κατακρεουργώ με σπαθί (μαχαίρι, στιλέτο κ.λπ.), φονεύω, σφάζω
切り裂きジャック きりさきジャック

ουσιαστικό

  1. 01 Τζακ ο Αντεροβγάλτης
切り捨て きりすて

ουσιαστικό

  1. 01 κατακρεούργηση (χωρίς δεύτερη σκέψη), θυσία, εγκατάλειψη στο έλεος του εχθρού, αντιμετώπιση ως αναλώσιμο υλικό
  2. 02 παράλειψη, στρογγυλοποίηση προς τα κάτω (π.χ. κλασμάτων), αποκοπή