66 αποτελέσματα για «勤»

勤倹の風 きんけんのふう

ουσιαστικό

  1. 01 έθος της εργατικότητας και της οικονομίας
勤学学生 きんがくがくせい

ουσιαστικό

  1. 01 εργαζόμενος φοιτητής
勤行時報係 ごんぎょうじほうがかり

ουσιαστικό

  1. 01 μουεζίνης
勤続疲労 きんぞくひろう

ουσιαστικό

  1. 01 φθορά λόγω κόπωσης υλικού (μεταλλική κόπωση), δυσλειτουργία που προκύπτει από συνεχή μακροχρόνια λειτουργία
勤労学生 きんろうがくせい

ουσιαστικό

  1. 01 εργαζόμενος φοιτητής
  1. 01 επιμέλεια
  2. 02 εργάζομαι
  3. 03 υπηρετώ