180 αποτελέσματα για «基»
基礎医学 きそいがく
ουσιαστικό
- 01 βασική ιατρική
基層 きそう
ουσιαστικό
- 01 υποστρώμα, βάση, ασφαλτική στρώση βάσης
基壇 きだん
ουσιαστικό
- 01 πλατφόρμα πάνω στην οποία ανεγείρεται μια κατασκευή, στυλοβάτης, θεμέλιο
基本コンセプト きほんコンセプト
ουσιαστικό
- 01 βασική ιδέα
基幹システム きかんシステム
ουσιαστικό
- 01 κεντρικό σύστημα, σύστημα κρίσιμης σημασίας
基質 きしつ
ουσιαστικό
- 01 υπόστρωμα (δηλαδή στη βιοχημεία)
- 02 μήτρα (δηλαδή στη βιολογία), στρώμα
基本権 きほんけん
ουσιαστικό
- 01 θεμελιώδες δικαίωμα, θεμελιώδες ανθρώπινο δικαίωμα
基材 きざい
ουσιαστικό
- 01 υπόστρωμα, βασικό υλικό, μήτρα, υπόθεμα, φορέας
基準線 きじゅんせん
ουσιαστικό
- 01 γραμμή αναφοράς, βασική γραμμή, γραμμή βάσης, γραμμή δεδομένων
基本状態 きほんじょうたい
ουσιαστικό
- 01 βασική κατάσταση, βασικό καθεστώς
基礎付ける きそづける
ρήμα
- 01 θέτω τα θεμέλια για (π.χ. μια θεωρία), βασίζω
基数 きすう
ουσιαστικό
- 01 απόλυτος αριθμός
- 02 βάση
基底状態 きていじょうたい
ουσιαστικό
- 01 θεμελιώδης κατάσταση
基礎年金 きそねんきん
ουσιαστικό
- 01 βασική σύνταξη
基音 きおん
ουσιαστικό
- 01 θεμελιώδης τόνος, θεμελιώδης νότα
基礎工学 きそこうがく
ουσιαστικό
- 01 θεμελιώδης μηχανική
基礎代謝率 きそたいしゃりつ
ουσιαστικό
- 01 βασικός μεταβολικός ρυθμός, BMR
基本外 きほんがい
ουσιαστικό
- 01 μη βασικός
基剤 きざい
ουσιαστικό
- 01 βάση (π.χ. αλοιφής ή υπόθετου)
基礎科学 きそかがく
ουσιαστικό
- 01 θεμελιώδης επιστήμη