230 αποτελέσματα για «変»
変声期 へんせいき
ουσιαστικό
- 01 περίοδος κατά την οποία αλλάζει η φωνή κάποιου, ηλικία της εφηβείας
変態性欲 へんたいせいよく
ουσιαστικό
- 01 μη φυσιολογική σεξουαλικότητα, σεξουαλική διαστροφή
変移 へんい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 μεταβολή, τροποποίηση, μεταστοιχείωση, μετάλλαξη
変型 へんけい
ουσιαστικό
- 01 ποικιλία, παραλλαγή
変奏曲 へんそうきょく
ουσιαστικό
- 01 παραλλαγή
変針 へんしん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αλλαγή πορείας
変更可能 へんこうかのう
ουσιαστικό, επίθετο
- 01 τροποποιήσιμος, μεταβλητός, ενημερώσιμος
変温動物 へんおんどうぶつ
ουσιαστικό
- 01 ποικιλόθερμος οργανισμός
変異ウイルス へんいウイルス
ουσιαστικό
- 01 μεταλλαγμένος ιός
変わりやすい かわりやすい
επίθετο
- 01 μεταβλητός, ασταθής, ευμετάβλητος (π.χ. ο καιρός)
変身願望 へんしんがんぼう
ουσιαστικό
- 01 εμμονή με την αλλαγή της εξωτερικής εμφάνισης, επιθυμία για αλλαγή
変換器 へんかんき
ουσιαστικό
- 01 μετατροπέας
変速 へんそく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αλλαγή ταχυτήτων
変奏 へんそう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 παραλλαγή
変革期 へんかくき
ουσιαστικό
- 01 περίοδος μεγάλων αλλαγών, εποχή μεταρρυθμίσεων
変圧器 へんあつき
ουσιαστικό
- 01 μετασχηματιστής
変速機 へんそくき
ουσιαστικό
- 01 μετάδοση, κιβώτιο ταχυτήτων
変身ベルト へんしんベルト
ουσιαστικό
- 01 ζώνη υπερήρωα, ζώνη μεταμόρφωσης
変位 へんい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αλλαγή θέσης, μετατόπιση
変わり得る かわりうる
άλλο
- 01 δύναμαι να αλλάξω