107 αποτελέσματα για «夏»
夏水仙 なつずいせん
ουσιαστικό
- 01 νατσουζουισέν (Lycoris squamigera), κρίνος της ανάστασης, κρίνος της έκπληξης, μαγικός κρίνος
夏負け なつまけ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 υποφέρω από τη ζέστη του καλοκαιριού
夏時間 なつじかん
ουσιαστικό
- 01 θερινή ώρα
夏安居 げあんご
ουσιαστικό
- 01 καλοκαιρινή απομόνωση όπου οι μοναχοί παραμένουν στον ίδιο χώρο για μελέτη
夏藤 なつふじ
ουσιαστικό
- 01 μιλέτια η ιαπωνική (είδος ανθοφόρου φυτού)
夏季オリンピック かきオリンピック
ουσιαστικό
- 01 θερινοί ολυμπιακοί αγώνες
夏大根 なつだいこん
ουσιαστικό
- 01 θερινό ιαπωνικό ραπανάκι
夏学期 なつがっき
ουσιαστικό
- 01 θερινό εξάμηνο (στο σχολείο), θερινό τρίμηνο
夏期大学 かきだいがく
ουσιαστικό
- 01 θερινό πανεπιστημιακό τμήμα, θερινό κολεγιακό τμήμα
夏作 なつさく
ουσιαστικό
- 01 καλοκαιρινές καλλιέργειες
夏炉冬扇 かろとうせん
ουσιαστικό
- 01 καλοκαιρινό καμίνι και χειμωνιάτικη βεντάλια (κάρο-τοουσέν), άχρηστα πράγματα
夏厨 なつちゅう
ουσιαστικό
- 01 νατσούτσου, νέος και άπειρος χρήστης που εγγράφεται σε μια διαδικτυακή κοινότητα κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού
夏芝居 なつしばい
ουσιαστικό
- 01 καλοκαιρινή θεατρική παράσταση
夏眠 かみん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 καμίν (θερινός λήθαργος), θερινή νάρκη
夏い なつい
επίθετο
- 01 καυτός, αφόρητα ζεστός, πυρακτωμένος
夏やせ なつやせ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 απώλεια βάρους κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού
夏萩 なつはぎ
ουσιαστικό
- 01 νατσουχάγκι, είδος τριφυλλιού (Lespedeza thunbergii) που ανθίζει το καλοκαίρι
夏霧 なつぎり
ουσιαστικό
- 01 καλοκαιρινή ομίχλη, καλοκαιρινή αχλύ
夏蝉 なつぜみ
ουσιαστικό
- 01 νατσουζέμι (καλοκαιρινά τζιτζίκια)
夏茱萸 なつぐみ
ουσιαστικό
- 01 νατσουγκούμι (είδος ελαίαγνου, Elaeagnus multiflora), ιαπωνικό κρανίο