112 αποτελέσματα για «失»

失望落胆 しつぼうらくたん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 απογοητευμένος και αποθαρρυμένος
失語 しつご

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 απώλεια μνήμης λέξεων, αδυναμία σωστής προφοράς μιας λέξης
失権 しっけん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 απώλεια δικαιωμάτων, αποστέρηση δικαιωμάτων
失業手当 しつぎょうてあて

άλλο

  1. 01 επίδομα ανεργίας
失着 しっちゃく

ουσιαστικό

  1. 01 λάθος, αμέλεια
失業対策 しつぎょうたいさく

ουσιαστικό

  1. 01 μέτρα κατά της ανεργίας, μέτρα ανακούφισης για τους ανέργους
失敗学 しっぱいがく

ουσιαστικό

  1. 01 επιστήμη της ανάλυσης αποτυχιών
失認 しつにん

ουσιαστικό

  1. 01 αγνωσία
失明者 しつめいしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 τυφλός
失敗国家 しっぱいこっか

ουσιαστικό

  1. 01 αποτυχημένο κράτος
失行 しっこう

ουσιαστικό

  1. 01 ηθικό σφάλμα, παράπτωμα
  2. 02 απραξία (ανικανότητα εκτέλεσης σκόπιμων κινήσεων)
失読症 しつどくしょう

ουσιαστικό

  1. 01 δυσλεξία
失業労働者 しつぎょうろうどうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 άνεργος εργάτης, άνεργος εργαζόμενος
失敗判定 しっぱいはんてい

ουσιαστικό

  1. 01 κρίση αποτυχίας
失われた世代 うしなわれたせだい

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 χαμένη γενιά
失せ去る うせさる

ρήμα

  1. 01 εξαφανίζομαι
  2. 02 έχω χαθεί, έχω απομακρυνθεί
失当 しっとう

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 αδικία, ακαταλληλότητα, παραλογισμός
失跡 しっせき

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 φυγή, εξαφάνιση
失命 しつめい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 απώλεια της ζωής, θάνατος
失見当 しつけんとう

ουσιαστικό

  1. 01 αποπροσανατολισμός