233 αποτελέσματα για «安»

安保 あんぽ

ουσιαστικό

  1. 01 ασφάλεια (π.χ. εθνική ασφάλεια)
  2. 02 Συνθήκη Ασφαλείας ΗΠΑ-Ιαπωνίας
  3. 03 εκστρατεία κατά της Συνθήκης Ασφαλείας ΗΠΑ-Ιαπωνίας (1959-60, 1970)
安打 あんだ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εύστοχο χτύπημα (στο μπέιζμπολ)
安閑 あんかん

άλλο, επίρρημα

  1. 01 χαλαρός, άνετος, νωχελικός, ειρηνικός, ήρεμος, αναπαυτικός
  2. 02 ατάραχος (κατά τη διάρκεια επείγουσας ανάγκης), αμέριμνος, ανεπηρέαστος, ξέγνοιαστος
安全管理 あんぜんかんり

ουσιαστικό

  1. 01 διοίκηση ασφάλειας, έλεγχος ασφάλειας, διαχείριση ασφάλειας
安否確認 あんぴかくにん

ουσιαστικό

  1. 01 επιβεβαίωση της ασφάλειας κάποιου, εξακρίβωση της κατάστασης κάποιου
安永 あんえい

ουσιαστικό

  1. 01 ανέι (ιαπωνική εποχή από 16 Νοεμβρίου 1772 έως 2 Απριλίου 1781)
安普請 やすぶしん

ουσιαστικό

  1. 01 φθηνή κατασκευή (π.χ. σπιτιών)
安全弁 あんぜんべん

ουσιαστικό

  1. 01 βαλβίδα ασφαλείας
安らかに眠れ やすらかにねむれ

άλλο

  1. 01 αναπαύσου εν ειρήνη, ας αναπαύεται εν ειρήνη
安逸 あんいつ

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 άνεση, νωθρότητα, ραστώνη
安んずる やすんずる

ρήμα

  1. 01 αισθάνομαι ικανοποιημένος, ηρεμώ
安々 やすやす

επίρρημα

  1. 01 ήρεμα, ειρηνικά, ανώδυνα, άνετα
安全日 あんぜんび

ουσιαστικό

  1. 01 ασφαλής ημέρα (ημέρα κατά την οποία η σεξουαλική επαφή χωρίς προφύλαξη έχει λιγότερες πιθανότητες να οδηγήσει σε σύλληψη)
安定剤 あんていざい

ουσιαστικό

  1. 01 σταθεροποιητής
安保理 あんぽり

ουσιαστικό

  1. 01 Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ
安全靴 あんぜんぐつ

ουσιαστικό

  1. 01 υποδήματα ασφαλείας, παπούτσια εργασίας, μποτάκια με προστασία δακτύλων
安居 あんご

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 άνγκο (περίοδος εντατικού διαλογισμού, συνήθως διάρκειας 90 ημερών που ξεκινά τη 15η ημέρα του τέταρτου μήνα του σεληνοηλιακού ημερολογίου)
安手 やすで

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 φτηνό είδος
安くつく やすくつく

άλλο, ρήμα

  1. 01 κοστίζω φθηνά, είμαι οικονομικός
安酒場 やすさかば

ουσιαστικό

  1. 01 φθηνό ταβερνάκι