88 αποτελέσματα για «弁»
弁理 べんり
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 διαχείριση, διευθέτηση, χειρισμός
弁官 べんかん
ουσιαστικό
- 01 Γραμματεία Εποπτείας (υπό το Υπουργείο Κρατικών Υποθέσεων στο σύστημα ριτσουριό)
弁護依頼人 べんごいらいにん
ουσιαστικό
- 01 πελάτης (δικηγόρου)
弁慶格子 べんけいごうし
ουσιαστικό
- 01 καρό σχέδιο
- 02 σκωτσέζικο ύφασμα
弁証学 べんしょうがく
ουσιαστικό
- 01 απολογητική
弁者 べんしゃ
ουσιαστικό
- 01 ομιλητής, ρήτορας
弁神論 べんしんろん
ουσιαστικό
- 01 θεοδικία
弁明書 べんめいしょ
ουσιαστικό
- 01 έγγραφη επεξηγηματική επιστολή, γραπτή αιτιολόγηση
弁証法神学 べんしょうほうしんがく
ουσιαστικό
- 01 διαλεκτική θεολογία
弁財船 べざいせん
ουσιαστικό
- 01 μεγάλο ιαπωνικό παραδοσιακό ιστιοφόρο, μπεζάισεν
弁慶縞 べんけいじま
ουσιαστικό
- 01 καρό, σκωτσέζικο ύφασμα, καρό μοτίβο
弁事 べんじ
ουσιαστικό
- 01 γραμματειακή εργασία, διεκπεραίωση υποθέσεων
弁慶蟹 べんけいがに
ουσιαστικό
- 01 μπενκέι-γκάνι (είδος κάβουρα της οικογένειας Grapsidae)
弁慶草 べんけいそう
ουσιαστικό
- 01 σεδούμ (κάθε φυτό της οικογένειας Κρασσουλίδες, ειδικότερα το καλλωπιστικό πετρόχορτο, Hylotelephium erythrostictum)
弁座 べんざ
ουσιαστικό
- 01 έδρα βαλβίδας
弁鰓類 べんさいるい
ουσιαστικό
- 01 ελασματοβράγχια (δηλαδή δίθυρα μαλάκια)
弁別素性 べんべつそせい
ουσιαστικό
- 01 διακριτικό γνώρισμα
弁明口調 べんめいくちょう
ουσιαστικό
- 01 απολογητικός (αμυντικός) τόνος φωνής
弁え わきまえ
ουσιαστικό
- 01 διάκριση, κριτική ικανότητα
- 02 γνώση, αντίληψη, συναίσθηση
弁護士道徳 べんごしどうとく
ουσιαστικό
- 01 δικηγορική δεοντολογία