83 αποτελέσματα για «弾»

弾き物 ひきもの

ουσιαστικό

  1. 01 έγχορδο όργανο (ειδικότερα στη μουσική γκαγκάκου), έγχορδο μουσικό όργανο
弾車 はずみぐるま

ουσιαστικό

  1. 01 σφόνδυλος
弾力的運用 だんりょくてきうんよう

ουσιαστικό

  1. 01 ελαστική λειτουργία, ευέλικτη διαχείριση
弾道弾迎撃ミサイル だんどうだんげいげきミサイル

ουσιαστικό

  1. 01 αντιβαλλιστικός πύραυλος, αμυντικό βλήμα αναχαίτισης βαλλιστικών πυραύλων, ABM
弾き初め ひきぞめ

ουσιαστικό

  1. 01 πρώτη εκτέλεση μουσικού οργάνου για το νέο έτος
弾着距離 だんちゃくきょり

ουσιαστικό

  1. 01 βεληνεκές (πυροβόλου όπλου)
  2. 02 απόσταση που διανύει ένα βλήμα (οβίδα κ.λπ.)
弾け豆 はじけまめ

ουσιαστικό

  1. 01 φασόλια που έχουν σκάσει (ψημένα ή τηγανισμένα)
弾丸飛雨 だんがんひう

ουσιαστικό

  1. 01 βροχή από σφαίρες, σφοδρός βομβαρδισμός
弾道弾迎撃ミサイル制限条約 だんどうだんげいげきミサイルせいげんじょうやく

ουσιαστικό

  1. 01 συνθήκη για τους αντιβαλλιστικούς πυραύλους (1972), συνθήκη ABM
弾機孔針 だんきあなはり

ουσιαστικό

  1. 01 βελόνα με σχιστό άκρο
弾道トランジスタ だんどうトランジスタ

ουσιαστικό

  1. 01 βαλλιστικό τρανζίστορ
弾道ミサイル破壊措置命令 だんどうミサイルはかいそちめいれい

ουσιαστικό

  1. 01 εντολή κατάρριψης βαλλιστικού πυραύλου, διαταγή για την κατάρριψη βαλλιστικού πυραύλου
弾性振動 だんせいしんどう

ουσιαστικό

  1. 01 ελαστική ταλάντωση
弾き応え ひきごたえ

ουσιαστικό

  1. 01 αξιόλογη πρόκληση, επαρκές επίπεδο ανταγωνισμού
弾性ゴム だんせいゴム

ουσιαστικό

  1. 01 ελαστικό κόμμι, καουτσούκ
弾き歌い ひきうたい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 τραγουδώ συνοδεύοντας τον εαυτό μου με μουσικό όργανο (όπως κιθάρα, πιάνο, κ.λπ.)
弾指 だんし

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 δάκτυλοκρούση (ειδικά χτυπώντας το πλάι του μέσου δακτύλου με τον αντίχειρα, για να υποδηλώσει συγκατάθεση, χαρά, προειδοποίηση κ.λπ.)
  2. 02 στιγμή, ακαριαίος χρόνος
  3. 03 κριτική, αποστροφή, απόρριψη
弾性散乱 だんせいさんらん

ουσιαστικό

  1. 01 ελαστική σκέδαση
弾丸登山 だんがんとざん

ουσιαστικό

  1. 01 ντανγκάν τοζάν, ανάβαση σε βουνό (ιδιαίτερα στο όρος Φούτζι) χωρίς την προτεινόμενη ξεκούραση κατά τη διάρκεια της διαδρομής
弾棋 だんぎ

ουσιαστικό

  1. 01 αρχαίο κινεζικό επιτραπέζιο παιχνίδι παρόμοιο με το γκο