127 αποτελέσματα για «応»

応接係 おうせつかかり

ουσιαστικό

  1. 01 υπάλληλος υποδοχής, γραμματέας υποδοχής
応化 おうか

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εφαρμοσμένη χημεία
  2. 02 προσαρμογή
応化 おうげ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 υιοθέτηση κατάλληλης μορφής (από έναν βούδα ή μποντισάτβα)
応安 おうあん

ουσιαστικό

  1. 01 Όαν, περίοδος (του Βόρειου Αυτοκρατορικού Οίκου, 18 Φεβρουαρίου 1368 - 27 Φεβρουαρίου 1375)
応急策 おうきゅうさく

ουσιαστικό

  1. 01 έκτακτο ή προσωρινό μέτρο
応和 おうわ

ουσιαστικό

  1. 01 εποχή Όουα (16 Φεβρουαρίου 961 - 10 Ιουλίου 964)
応召兵 おうしょうへい

ουσιαστικό

  1. 01 στρατεύσιμος, νεοσύλλεκτος, κληρωτός
応札 おうさつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 υποβολή προσφοράς, συμμετοχή σε διαγωνισμό
応援上映 おうえんじょうえい

ουσιαστικό

  1. 01 προβολή ταινίας όπου το κοινό ενθαρρύνεται να συμμετέχει με ζητωκραυγές, προβολή με ενθάρρυνση
応供 おうぐ

ουσιαστικό

  1. 01 αρχάτ (άξιος άνθρωπος, ειδικότερα προσωνύμιο του Βούδα)
応召者 おうしょうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 νεοσύλλεκτος, στρατεύσιμος
応答時間 おうとうじかん

ουσιαστικό

  1. 01 χρόνος απόκρισης
応力腐食 おうりょくふしょく

ουσιαστικό

  1. 01 διάβρωση λόγω τάσης
応天門の変 おうてんもんのへん

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 επεισόδιο του Ότενμον (συνωμοσία το 866 μ.Χ. που επικεντρώθηκε στην καταστροφή της κεντρικής πύλης του Αυτοκρατορικού Παλατιού)
応報刑論 おうほうけいろん

ουσιαστικό

  1. 01 θεωρία της ανταποδοτικής ποινής, ανταποδοτισμός, ανταποδοτική δικαιοσύνη
応鐘 おうしょう

ουσιαστικό

  1. 01 η δωδέκατη νότα της αρχαίας χρωματικής κλίμακας (περίπου ντο δίεση), (στην Κίνα)
  2. 02 δέκατος μήνας του σεληνιακού ημερολογίου
応用力学 おうようりきがく

ουσιαστικό

  1. 01 εφαρμοσμένη μηχανική
応用心理学 おうようしんりがく

ουσιαστικό

  1. 01 εφαρμοσμένη ψυχολογία
応答確認 おうとうかくにん

ουσιαστικό

  1. 01 επιβεβαίωση απόκρισης
応量器 おうりょうき

ουσιαστικό

  1. 01 μπολ ζητείας ιερέα επαιτείας