応化
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
Άλλες αναγνώσεις: おうか
- 01 υιοθέτηση κατάλληλης μορφής (από έναν βούδα ή μποντισάτβα)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 応化する
- Παρόν (ευγενικό)
- 応化します
- Άρνηση (απλή)
- 応化しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 応化しません
- Παρελθόν (απλό)
- 応化した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 応化しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 応化しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 応化しませんでした
- Τε-μορφή
- 応化して
- Δυνητική
- 応化できる
- Προστακτική
- 応化しろ
- Βουλητική
- 応化しよう
- Υποθετική (ば)
- 応化すれば
- Υποθετική (たら)
- 応化したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 応化したい
- Απαγορευτική (~な)
- 応化するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 応化しなさい
- Παθητική
- 応化される
- Αιτιατική
- 応化させる