65 αποτελέσματα για «息»
息白し いきしろし
ουσιαστικό
- 01 ορατή ανάσα (δηλαδή όταν κάνει κρύο), παγωμένη ανάσα, λευκή ανάσα
息 そく
ουσιαστικό
- 01 γιος
息子夫婦 むすこふうふ
ουσιαστικό
- 01 ο γιος κάποιου και η σύζυγός του
息のかかる いきのかかる
άλλο, ρήμα
- 01 έχω την προσωπική υποστήριξη (ενός σημαίνοντος προσώπου), είμαι υπό την προστασία (κάποιου)
息
- 01 αναπνοή
- 02 αναπνοή
- 03 γιος
- 04 τόκος (χρημάτων)
- 05 ανάπαυση, ξεκούραση
- 06 τελειώνω, φτάνω στο τέλος μου