135 αποτελέσματα για «所»
所帯持ち しょたいもち
ουσιαστικό
- 01 έγγαμος, οικογενειάρχης, νοικοκύρης ή νοικοκυρά
所払い ところばらい
ουσιαστικό
- 01 εξορία από τον τόπο κατοικίας ως μορφή δικαστικής τιμωρίας
所属先 しょぞくさき
ουσιαστικό
- 01 χώρος εργασίας, ομάδα στην οποία ανήκει κάποιος, εργοδότης
所在なげ しょざいなげ
επίθετο
- 01 απασχόλητος, ανίατος
所蔵品 しょぞうひん
ουσιαστικό
- 01 απόκτημα (σε μια συλλογή κ.λπ.), κομμάτι
所論 しょろん
ουσιαστικό
- 01 άποψη, γνώμη
所信表明演説 しょしんひょうめいえんぜつ
ουσιαστικό
- 01 προγραμματική δήλωση, ομιλία που εκφωνείται από τον πρωθυπουργό της Ιαπωνίας κατά την έναρξη έκτακτης ή ειδικής συνεδρίασης της Δίαιτας
所か どころか
μόριο
- 01 κάθε άλλο παρά, αντιθέτως, αντί για
- 02 πόσο μάλλον, για να μην αναφέρω, όχι μόνο ... αλλά και
所作事 しょさごと
ουσιαστικό
- 01 χορός (στο καμπούκι), χορευτικό έργο
所狭い ところせまい
επίθετο
- 01 συνωστισμένος, γεμάτος, στριμωγμένος, περιορισμένος, κατάμεστος, υπερπλήρης
所載 しょさい
ουσιαστικό
- 01 τυπωμένος, δημοσιευμένος, αναφερόμενος ή σημειωμένος (σε έντυπο)
所轄警察署 しょかつけいさつしょ
ουσιαστικό
- 01 αστυνομικό τμήμα με δικαιοδοσία σε μια συγκεκριμένη περιφέρεια, αρμόδιο αστυνομικό τμήμα
所により ところにより
άλλο
- 01 σε ορισμένα μέρη, κατά τόπους
所得隠し しょとくかくし
ουσιαστικό
- 01 απόκρυψη εισοδήματος, φοροδιαφυγή
所労 しょろう
ουσιαστικό
- 01 ασθένεια, κόπωση
所願 しょがん
ουσιαστικό
- 01 επιθυμία, πόθος
所得格差 しょとくかくさ
ουσιαστικό
- 01 εισοδηματική ανισότητα
所変われば品変わる ところかわればしなかわる
άλλο, ρήμα
- 01 άλλες χώρες, άλλα έθιμα
所生 しょせい
ουσιαστικό
- 01 βιολογικοί γονείς, τόπος γέννησης
- 02 παιδί, δημιούργημα
所書き ところがき
ουσιαστικό
- 01 διεύθυνση (γραπτή)