89 αποτελέσματα για «技»
技神に入る ぎしんにいる
άλλο, ρήμα
- 01 κατέχω θεϊκή δεξιότητα
技術要件 ぎじゅつようけん
ουσιαστικό
- 01 τεχνική απαίτηση
技術検討 ぎじゅつけんとう
ουσιαστικό
- 01 τεχνική διερεύνηση
技倒 ぎとう
ουσιαστικό
- 01 τεχνικό νοκ άουτ, ΤΚΟ
技術コスト ぎじゅつコスト
ουσιαστικό
- 01 κόστος τεχνολογίας
技術原稿 ぎじゅつげんこう
ουσιαστικό
- 01 τεχνικό άρθρο, τεχνικό χειρόγραφο
技術仕様書 ぎじゅつしようしょ
ουσιαστικό
- 01 τεχνική προδιαγραφή
技術的名称 ぎじゅつてきめいしょう
ουσιαστικό
- 01 τεχνική ονομασία
技術標準 ぎじゅつひょうじゅん
ουσιαστικό
- 01 τεχνολογική τυποποίηση
技術面で ぎじゅつめんで
άλλο
- 01 σε τεχνικό επίπεδο
技術的解決策 ぎじゅつてきかいけつさく
ουσιαστικό
- 01 τεχνολογική λύση, τεχνική απάντηση
技術審査 ぎじゅつしんさ
ουσιαστικό
- 01 τεχνικός έλεγχος
技術基準適合 ぎじゅつきじゅんてきごう
ουσιαστικό
- 01 συμμόρφωση με τεχνικά πρότυπα
技術基準 ぎじゅつきじゅん
ουσιαστικό
- 01 τεχνικά πρότυπα
技術者倫理 ぎじゅつしゃりんり
ουσιαστικό
- 01 δεοντολογία μηχανικών
技能オリンピック ぎのうオリンピック
ουσιαστικό
- 01 Ολυμπιάδα δεξιοτήτων, Παγκόσμιος Διαγωνισμός Δεξιοτήτων
技術協会 ぎじゅつきょうかい
ουσιαστικό
- 01 τεχνολογικός σύλλογος, τεχνολογικό ινστιτούτο
技協 ぎきょう
ουσιαστικό
- 01 τεχνολογικός σύλλογος, τεχνολογικό ινστιτούτο
- 02 τεχνική συνεργασία
技術科学大学 ぎじゅつかがくだいがく
ουσιαστικό
- 01 πανεπιστήμιο τεχνολογίας, τεχνολογικό και θετικό ίδρυμα
技科大 ぎかだい
ουσιαστικό
- 01 τεχνολογικό πανεπιστήμιο, σχολή θετικών επιστημών και τεχνολογίας