137 αποτελέσματα για «押»

押しも押されもせぬ おしもおされもせぬ

άλλο

  1. 01 καταξιωμένος, αναγνωρισμένος, καθιερωμένος, κορυφαίος
押し頂く おしいただく

ρήμα

  1. 01 παραλαμβάνω αντικείμενο και το κρατώ με ευλάβεια πάνω από το κεφάλι μου
押しかけ女房 おしかけにょうぼう

ουσιαστικό

  1. 01 γυναίκα που ανάγκασε τον σύζυγό της σε γάμο
押し込み強盗 おしこみごうとう

ουσιαστικό

  1. 01 διαρρήκτης κατοικιών, εισβολέας
押すな押すな おすなおすな

ουσιαστικό

  1. 01 συνωστισμένος (π.χ. από κόσμο), κατάμεστος
押っ おっ

πρόθημα

  1. 01 δυναμικά, απότομα
押さえ込み おさえこみ

ουσιαστικό

  1. 01 ακινητοποίηση (ειδικότερα στο τζούντο), τεχνική ακινητοποίησης, συγκράτηση στο έδαφος, ακινητοποίηση αντιπάλου, επιβολή ελέγχου
押しも押されぬ おしもおされぬ

άλλο

  1. 01 καταξιωμένος, αναγνωρισμένος, επιφανής, κορυφαίος
押し渡る おしわたる

ρήμα

  1. 01 διασχίζω, περνώ απέναντι, βαδίζω μέσα από νερό
押し詰める おしつめる

ρήμα

  1. 01 στριμώχνω (σε κουτί, τσάντα, κ.λπ.), πακετάρω
  2. 02 ωθώ (κάποιον) σε γωνία, φέρνω σε δύσκολη θέση
  3. 03 συμπυκνώνω, διατυπώνω συνοπτικά, συνοψίζω
押し倒し おしたおし

ουσιαστικό

  1. 01 οσιταόσι, μετωπική ώθηση προς τα κάτω, νίκη μέσω ανατροπής του αντιπάλου πιέζοντάς τον με το χέρι ή τα χέρια ακουμπισμένα πάνω στο σώμα του
押っ取り刀 おっとりがたな

ουσιαστικό

  1. 01 με μεγάλη βιασύνη, απροετοίμαστα, βιαστικά και ασύντακτα
  2. 02 σπεύδω επειγόντως κρατώντας το σπαθί στο χέρι, χωρίς να έχω προλάβει να το στερεώσω στη ζώνη μου
押下 おうか

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πάτημα (κουμπιού, πληκτρολογίου κ.λπ.), πίεση προς τα κάτω, εξαναγκασμένη κάθοδος
押し詰まる おしつまる

ρήμα

  1. 01 πλησιάζω προς το τέλος του έτους, στριμώχνομαι ασφυκτικά
押し合い圧し合い おしあいへしあい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 σπρωξίδι, συνωστισμός, αλληλοσπρώξιμο
押し手 おして

ουσιαστικό

  1. 01 σφραγίδα, σφραγίδα αποτύπωσης
  2. 02 πίεση της χορδής μουσικού οργάνου τύπου ζίθερ με το αριστερό χέρι
  3. 03 αριστερό χέρι (στην τοξοβολία)
  4. 04 πεισματάρικος χαρακτήρας, ισχυρογνωμοσύνη
押し上げ おしあげ

ουσιαστικό

  1. 01 ανατάραξη, ανύψωση, άνοδος
押送 おうそう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μεταγωγή (κρατουμένου σε άλλη φυλακή), συνοδεία
押し借り おしがり

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αναγκαστικός δανεισμός
押し回す おしまわす

ρήμα

  1. 01 στρίβω κάτι (με δύναμη)