70 αποτελέσματα για «採»

採石法 さいせきほう

ουσιαστικό

  1. 01 νόμος περί εξόρυξης πετρών
採便 さいべん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συλλογή δείγματος κοπράνων
採掘場 さいくつじょう

ουσιαστικό

  1. 01 μεταλλείο, λατομείο, σκάμμα, στήριγμα εξόρυξης
採泥器 さいでいき

ουσιαστικό

  1. 01 δειγματολήπτης βυθού, δειγματολήπτης πυθμένα
採土器 さいどき

ουσιαστικό

  1. 01 δειγματολήπτης εδάφους
採金者 さいきんしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 χρυσοθήρας
採薬 さいやく

ουσιαστικό

  1. 01 συλλογή φαρμακευτικών βοτάνων
採点官 さいてんかん

ουσιαστικό

  1. 01 βαθμολογητής, αξιολογητής, κριτής
採蜜 さいみつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συλλογή μελιού, τρύγος μελιού
  1. 01 μαζεύω, διαλέγω
  2. 02 παίρνω
  3. 03 φέρνω
  4. 04 αναλαμβάνω, αρχίζω