nihongo.gr
Ευρετήριο Σχετικά
Ευρετήριο Σχετικά
Αρχική 採
採

Διδάσκεται στην Ε' Δημοτικού| 11 πινελιές | Ρίζα: 手 | Μετάφραση από KANJIDIC2

  1. 01 μαζεύω, διαλέγω
  2. 02 παίρνω
  3. 03 φέρνω
  4. 04 αναλαμβάνω, αρχίζω

ΟΝ-ΓΙΟΜΙ

サイ

ΚΟΥΝ-ΓΙΟΜΙ

と.る

Λέξεις με αυτό το κάντζι

  • 採用 χρήση, υιοθέτηση, αποδοχή
  • 採る υιοθετώ (μέθοδο, πρόταση, κ.λπ.), λαμβάνω (μέτρο, πορεία δράσης, κ.λπ.), αποφασίζω
  • 採取 συλλογή, μάζεμα, συγκομιδή, συγκέντρωση
  • 採れる συλλέγομαι (για οστρακοειδή κ.λπ.), μαζεύομαι (για μανιτάρια, βότανα κ.λπ.), τρυγιέμαι (για καρπούς κ.λπ.), εξορύσσομαι (για διαμάντια κ.λπ.), εξάγομαι (π.χ. έλαιο από σόγια), λαμβάνομαι
  • 採掘 εξόρυξη, σκάψιμο, λειτουργία (ορυχείου)
Δείτε όλες →

nihongo.gr · Ιαπωνικό-Ελληνικό Λεξικό © 2026

Σχετικά & πηγές δεδομένων