71 αποτελέσματα για «揚»
揚羽擬き あげはもどき
ουσιαστικό
- 01 νυχτοπεταλούδα τύπου αγκέχα-μοντόκι (Epicopeia hainesii)
揚げ巻き あげまき
ουσιαστικό
- 01 τηγανητό ρολό
揚げ餅 あげもち
ουσιαστικό
- 01 αγκεμότσι, τηγανητό κέικ ρυζιού
揚船 ようせん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ανέλκυση σκάφους από το νερό
揚錨船 ようびょうせん
ουσιαστικό
- 01 ρυμουλκό εφοδιασμού και πόντισης αγκυρών
揚錨機 ようびょうき
ουσιαστικό
- 01 εργάτης άγκυρας, βαρούλκο
揚錨 ようびょう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ανέλκυση άγκυρας, άρση άγκυρας
揚船 あげふね
ουσιαστικό
- 01 πλοίο τραβηγμένο στην ακτή, προσαραγμένο πλοίο
揚げ足取る あげあしとる
άλλο, ρήμα
- 01 εκμεταλλεύομαι ένα λεκτικό λάθος κάποιου, παγιδεύω κάποιον στα λόγια του, ψάχνω να βρω ψεγάδια σε αυτά που λέει κάποιος
揚心流 ようしんりゅう
ουσιαστικό
- 01 Γιοουσίν-ριού (σχολή πολεμικών τεχνών)
揚
- 01 ανυψώνω, σηκώνω
- 02 ανυψώνω, αναβαθμίζω
- 03 ανεβάζω, σηκώνω
- 04 επαινώ
- 05 εκθειάζω
- 06 τηγανίζω σε άφθονο λάδι