240 αποτελέσματα για «放»

放牧地 ほうぼくち

ουσιαστικό

  1. 01 βοσκότοπος, λιβάδι
放りっぱなし ほうりっぱなし

επίρρημα

  1. 01 αφήνω στην τύχη του, παρατημένος, ανέπαφος
放埓 ほうらつ

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 ασύδοτος, ακόλαστος, έκλυτος, ανεύθυνος, ανεξέλεγκτος
放牧場 ほうぼくじょう

ουσιαστικό

  1. 01 βοσκότοπος, λιβάδι για βόσκηση
放屁 ほうひ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αέρια, πορδή
放屁 へひり

ουσιαστικό

  1. 01 αέρια, κλάσιμο, αυτός που κλάνει
放恣 ほうし

επίθετο

  1. 01 ασύδοτος, ακόλαστος, επιρρεπής στην αυτοϊκανοποίηση
放っぽる ほっぽる

ρήμα

  1. 01 πετώ, εκτοξεύω, ρίχνω
  2. 02 εγκαταλείπω, παρατάω
放送時間 ほうそうじかん

ουσιαστικό

  1. 01 διάρκεια εκπομπής, ώρες μετάδοσης, χρόνος προβολής
放漫 ほうまん

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 ιδιοτροπία, χαλαρότητα, απερισκεψία, αμέλεια
放胆 ほうたん

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 θράσος, αφοβία
放下 ほうか

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 απόρριψη, εγκατάλειψη
  2. 02 είδος υπαίθριας παράστασης από τον Μεσαίωνα
  3. 03 αποδέσμευση από τα εγκόσμια (στο Ζεν)
放送禁止用語 ほうそうきんしようご

ουσιαστικό

  1. 01 λέξη που δεν επιτρέπεται να μεταδοθεί (στην τηλεόραση ή το ραδιόφωνο), λέξη απαγορευμένη στην τηλεόραση και το ραδιόφωνο, ακατάλληλη για μετάδοση λέξη
放逸 ほういつ

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 αυτοϊκανοποίηση, ανηθικότητα, διαφθορά
放送作家 ほうそうさっか

ουσιαστικό

  1. 01 σεναριογράφος τηλεοπτικών και ραδιοφωνικών εκπομπών
放水路 ほうすいろ

ουσιαστικό

  1. 01 κανάλι εκτροπής πλημμύρας, υδρορροή, κανάλι απορροής, κανάλι εκτροπής
放射性 ほうしゃせい

ουσιαστικό

  1. 01 ραδιενεργός
放送終了 ほうそうしゅうりょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 τέλος εκπομπής, ολοκλήρωση προγράμματος
放置自転車 ほうちじてんしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 παράνομα σταθμευμένο ποδήλατο, εγκαταλελειμμένο ποδήλατο, πεταμένο ποδήλατο
放念 ほうねん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ηρεμώ τον νου μου, δεν ανησυχώ για κάτι, νιώθω ελεύθερος να αγνοήσω κάτι