448 αποτελέσματα για «文»
文房具屋 ぶんぼうぐや
ουσιαστικό
- 01 χαρτοπωλείο, κατάστημα ειδών γραφικής ύλης
文学賞 ぶんがくしょう
ουσιαστικό
- 01 λογοτεχνικό βραβείο
文無し もんなし
ουσιαστικό
- 01 απένταρος, ταπί
文字化け もじばけ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αλλοίωση χαρακτήρων (κειμένου, π.χ. σε email, λόγω εσφαλμένης κωδικοποίησης), κατακερματισμός κειμένου, άκυρος χαρακτήρας, αλλοιωμένο κείμενο, δυσανάγνωστο κείμενο
文 もん
ουσιαστικό
- 01 μον, το ένα χιλιοστό του καν (νομισματική μονάδα από το 1336 έως το 1870)
- 02 μον, παραδοσιακή μονάδα μέτρησης για μεγέθη υποδημάτων και καλτσών (περίπου 2,4 εκατοστά)
- 03 γράμμα, χαρακτήρας, πρόταση
- 04 ιερό κείμενο, επωδή
文明開化 ぶんめいかいか
ουσιαστικό
- 01 πολιτισμός και εκσυγχρονισμός, το κίνημα εκδυτικισμού της Ιαπωνίας κατά την περίοδο Μεϊτζί (εκδυτικισμός)
文箱 ふばこ
ουσιαστικό
- 01 κουτί για επιστολές και έγγραφα
- 02 κουτί που χρησιμοποιείται για τη μεταφορά ή την παράδοση επιστολών
文鎮 ぶんちん
ουσιαστικό
- 01 χαρτόβαρο
文化遺産 ぶんかいさん
ουσιαστικό
- 01 πολιτιστική κληρονομιά
文久 ぶんきゅう
ουσιαστικό
- 01 εποχή Μπούνκιου (1861.2.19-1864.2.20)
文鳥 ぶんちょう
ουσιαστικό
- 01 ρυζοπούλι (Lonchura oryzivora), τροπικό σπουργίτι της Ιάβας
文庫版 ぶんこばん
ουσιαστικό
- 01 έκδοση τσέπης
文藝春秋 ぶんげいしゅんじゅう
ουσιαστικό
- 01 Μπουνγκεϊσουντζού (εκδοτική εταιρεία)
- 02 Μπουνγκεϊσουντζού (περιοδικό)
文筆 ぶんぴつ
ουσιαστικό
- 01 λογοτεχνία, συγγραφική δραστηριότητα, γράψιμο
文明国 ぶんめいこく
ουσιαστικό
- 01 πολιτισμένο κράτος, πολιτισμένο έθνος
文科 ぶんか
ουσιαστικό
- 01 ανθρωπιστικές και κοινωνικές επιστήμες, φιλολογικές σπουδές
- 02 σχολή ανθρωπιστικών επιστημών, τμήμα φιλολογικών σπουδών
文政 ぶんせい
ουσιαστικό
- 01 εκπαιδευτική πολιτική ή διοίκηση
- 02 περίοδος Μπουνσέι (22 Απριλίου 1818 - 10 Δεκεμβρίου 1830)
文末 ぶんまつ
ουσιαστικό
- 01 τέλος πρότασης
文学史 ぶんがくし
ουσιαστικό
- 01 λογοτεχνική ιστορία, ιστορία της λογοτεχνίας
文庫化 ぶんこか
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 εκδίδω σε μορφή βιβλίου τσέπης