67 αποτελέσματα για «欠»
欠陥住宅 けっかんじゅうたく
ουσιαστικό
- 01 ελαττωματική κατοικία
欠如動詞 けつじょどうし
ουσιαστικό
- 01 ελλειπτικό ρήμα
欠格条項 けっかくじょうこう
ουσιαστικό
- 01 ρήτρα αποκλεισμού
欠失 けっしつ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ανεπάρκεια, έλλειψη, απουσία
- 02 διαγραφή, διαγραφή γονιδίου, ανεπάρκεια, μεταλλαγή διαγραφής
欠落感 けつらくかん
ουσιαστικό
- 01 αίσθημα έλλειψης, αίσθηση ότι κάτι λείπει ή ότι κάτι δεν είναι ολοκληρωμένο
欠損金 けっそんきん
ουσιαστικό
- 01 έλλειμμα
欠
- 01 έλλειψη
- 02 κενό
- 03 αποτυγχάνω
- 04 ριζικό του χασμουρητού (αριθμός 76)