120 αποτελέσματα για «混»

混成語 こんせいご

ουσιαστικό

  1. 01 μεικτή γλώσσα, πίτζιν
  2. 02 μεικτή λέξη, λέξη-συμφυρμός
混作 こんさく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μεικτή καλλιέργεια
混成物 こんせいぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 μείγμα, ένωση, υβρίδιο
混紡 こんぼう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 σύμμεικτο νήμα, σύμμεικτη κλωστοϋφαντουργία
混血人 こんけつじん

ουσιαστικό

  1. 01 άτομο μικτής φυλετικής καταγωγής, μιγάς
混合薬 こんごうやく

ουσιαστικό

  1. 01 συνδυασμός φαρμάκων, φαρμακευτικό κοκτέιλ
混成団 こんせいだん

ουσιαστικό

  1. 01 σύνθετη ταξιαρχία
混合林 こんごうりん

ουσιαστικό

  1. 01 μικτό δάσος
混成競技 こんせいきょうぎ

ουσιαστικό

  1. 01 σύνθετα αγωνίσματα
混合経済 こんごうけいざい

ουσιαστικό

  1. 01 μικτή οικονομία
混走 こんそう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μεικτή κυκλοφορία (διαφορετικών κατηγοριών οχημάτων)
混和物 こんわぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 μίγμα
混雑度 こんざつど

ουσιαστικό

  1. 01 βαθμός κυκλοφοριακής συμφόρησης (π.χ. κίνηση στους δρόμους, διαδίκτυο), παράγοντας συμφόρησης
混獲 こんかく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 παρεμπίπτον αλίευμα
混酸 こんさん

ουσιαστικό

  1. 01 μικτό οξύ (ειδικότερα μείγμα θειικού και νιτρικού οξέος)
混載 こんさい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μεικτή φόρτωση, ενοποίηση φορτίων
混合器 こんごうき

ουσιαστικό

  1. 01 αναμείκτης (συχνότητας)
  2. 02 αναμείκτης (υλικών κ.λπ.), μπλέντερ
混合機 こんごうき

ουσιαστικό

  1. 01 αναμικτήρας, μίξερ
混交林 こんこうりん

ουσιαστικό

  1. 01 μικτό δάσος
混成酒 こんせいしゅ

ουσιαστικό

  1. 01 αλκοολούχο ποτό που περιέχει μείγμα ζάχαρης, μπαχαρικών, φρούτων κ.ά.