96 αποτελέσματα για «牛»
牛虻 うしあぶ
ουσιαστικό
- 01 ουσιαμπέ, είδος αλογόμυγας
牛蠅 うしばえ
ουσιαστικό
- 01 βοομύγα (Hypoderma bovis)
牛にひかれて善光寺参り うしにひかれてぜんこうじまいり
άλλο, ουσιαστικό
- 01 καταλήγω να κάνω ή να δέχομαι κάτι καλό κατά τύχη ή μετά από προτροπή κάποιου άλλου, παρασύρομαι από μια αγελάδα σε προσκύνημα στον ναό Ζενκότζι
牛すね ぎゅうすね
ουσιαστικό
- 01 μοσχαρίσιο κότσι, ποντίκι μοσχαρίσιο
牛の毛草 うしのけぐさ
ουσιαστικό
- 01 φεστούκα η προβατοφόρος (Festuca ovina)
牛膝 いのこずち
ουσιαστικό
- 01 ιαπωνικό αχυράνθη (Achyranthes japonica), ινοκοζούτσι
牛刺 ぎゅうさし
ουσιαστικό
- 01 κομμένο ωμό βόειο κρέας
牛海老 うしえび
ουσιαστικό
- 01 γιγάντια γαρίδα τίγρης (Penaeus monodon), μαύρη γαρίδα τίγρης
牛乳計 ぎゅうにゅうけい
ουσιαστικό
- 01 γαλακτόμετρο
牛耳を執る ぎゅうじをとる
άλλο, ρήμα
- 01 ηγούμαι, ελέγχω, κατέχω τα ηνία, είμαι ο αρχηγός
牛ロースステーキ ぎゅうロースステーキ
ουσιαστικό
- 01 μπριζόλα από φιλέτο μοσχαριού
牛製品 ぎゅうせいひん
ουσιαστικό
- 01 προϊόντα βοδινού κρέατος
牛蒡薊 ごぼうあざみ
ουσιαστικό
- 01 τσιρσίον το διψακολεπές (πολυετές φυτό της οικογένειας των αστεροειδών)
牛鮫 うしざめ
ουσιαστικό
- 01 ταυροκαρχαρίας (Carcharhinus leucas)
牛脂注入肉 ぎゅうしちゅうにゅうにく
ουσιαστικό
- 01 επεξεργασμένο κρέας στο οποίο έχει εγχυθεί μείγμα ζωικού λίπους
牛脂脂肪酸 ぎゅうししぼうさん
ουσιαστικό
- 01 λιπαρό οξύ βοείου λίπους, εστερικό άλας βοείου λίπους
牛の角文字 うしのつのもじ
ουσιαστικό
- 01 χαρακτήρας της γραφής χιραγκάνα «ι», χαρακτήρας της γραφής χιραγκάνα «χι»
牛肺疫 ぎゅうはいえき
ουσιαστικό
- 01 μεταδοτική περιπνευμονία των βοοειδών, CBPP
牛脂注入加工肉 ぎゅうしちゅうにゅうかこうにく
ουσιαστικό
- 01 επεξεργασμένο κρέας στο οποίο έχει εγχυθεί μείγμα βοείου λίπους
牛肉麺 ぎゅうにくめん
ουσιαστικό
- 01 σούπα με νουντλς και μοσχάρι