67 αποτελέσματα για «猫»
猫種 びょうしゅ
ουσιαστικό
- 01 ράτσα γάτας
猫睛石 びょうせいせき
ουσιαστικό
- 01 γατόματο (ημιπολύτιμος λίθος)
猫またぎ ねこまたぎ
ουσιαστικό
- 01 άγευστο ψάρι, ακατάλληλο ψάρι, ψάρι που δεν τρώει ούτε η γάτα
猫ちぐら ねこちぐら
ουσιαστικό
- 01 πλεκτή φωλιά γάτας από άχυρο
猫の顔 ねこのかお
άλλο, ουσιαστικό
- 01 στόμα τίγρης, σχηματισμός τριών πετρών που μοιάζει με πρόσωπο γάτας, χρησιμοποιείται ως σύνδεση
猫っかわいがり ねこっかわいがり
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ατέρμονη αφοσίωση (σε κάποιον), συνεχής χάιδεμα (κάποιου) σαν να ήταν κατοικίδιο
猫
- 01 γάτα