93 αποτελέσματα για «用»

用意ドン よういドン

επιφώνημα, ουσιαστικό

  1. 01 έτοιμοι, ξεκινήστε!
  2. 02 αγώνας δρόμου
用布 ようふ

ουσιαστικό

  1. 01 ύφασμα (για την κατασκευή ρούχων)
用途の広い ようとのひろい

επίθετο

  1. 01 πολυδιάστατος, ευέλικτος, πολυχρηστικός
用水池 ようすいいけ

ουσιαστικό

  1. 01 δεξαμενή νερού, ταμιευτήρας νερού
用紙切れ ようしきれ

ουσιαστικό

  1. 01 έλλειψη χαρτιού, εξάντληση χαρτιού
用語表 ようごひょう

ουσιαστικό

  1. 01 βασικός κατάλογος όρων
用土 ようど

ουσιαστικό

  1. 01 χώμα κηπουρικής, χώμα για σπορά
用弁 ようべん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διεκπεραίωση υποθέσεων, τακτοποίηση εκκρεμότητας
用ダンス ようダンス

ουσιαστικό

  1. 01 μικρή συρταριέρα, έπιπλο με συρτάρια
用木 ようぼく

ουσιαστικό

  1. 01 ξυλεία, ξύλο
用益 ようえき

ουσιαστικό

  1. 01 χρήση και οφέλη
用筆 ようひつ

ουσιαστικό

  1. 01 πινέλο
  2. 02 καλλιγραφία
用語索引 ようごさくいん

ουσιαστικό

  1. 01 ευρετήριο όρων
用いて表す もちいてあらわす

άλλο, ρήμα

  1. 01 εκφράζω κάτι χρησιμοποιώντας κάτι άλλο
用途地域 ようとちいき

ουσιαστικό

  1. 01 περιοχή ειδικής χρήσης, περιοχή καθορισμένη σύμφωνα με τους πολεοδομικούς κανονισμούς
用心するに如くはない ようじんするにしくはない

άλλο, επίθετο

  1. 01 η προσοχή είναι η καλύτερη τακτική
用益物権 ようえきぶっけん

ουσιαστικό

  1. 01 επικαρπία
用益権 ようえきけん

ουσιαστικό

  1. 01 δικαίωμα επικαρπίας
用器画 ようきが

ουσιαστικό

  1. 01 μηχανικό σχέδιο
用に足りない ようにたりない

επίθετο

  1. 01 άχρηστος, μη λειτουργικός