86 αποτελέσματα για «種»

種なし西瓜 たねなしすいか

ουσιαστικό

  1. 01 καρπούζι χωρίς κουκούτσια
種漬花 たねつけばな

ουσιαστικό

  1. 01 τάνετσουκεμπάνα, είδος νεροκάρδαμου (Cardamine flexuosa), κυματιστό νεροκάρδαμο
種下ろし たねおろし

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 σπορά
種変わり たねがわり

ουσιαστικό

  1. 01 ετεροθαλής (αδελφός/αδελφή από διαφορετικό πατέρα), ομομήτριος
  2. 02 διαφορετικό στέλεχος, υβρίδιο, νέα ποικιλία
種子島 たねがしま

ουσιαστικό

  1. 01 πυροβόλο όπλο με πυριτόλιθο, μουσκέτο, αρκεβούζιο
種芸 しゅげい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 δενδροκομία, καλλιέργεια δέντρων
種ばさみ たねばさみ

ουσιαστικό

  1. 01 προσκόλληση (φυκιών ή γόνου στρειδιών) σε δίχτυα με σκοπό την καλλιέργεια
種形成 しゅけいせい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ειδογένεση
種間雑種 しゅかんざっしゅ

ουσιαστικό

  1. 01 διαειδικό υβρίδιο
種床 たねどこ

ουσιαστικό

  1. 01 δοχείο για την καλλιέργεια σποροφύτων, σπορείο, κλίνη σποράς
種子銀行 しゅしぎんこう

ουσιαστικό

  1. 01 τράπεζα σπόρων
種牝馬 しゅひんば

ουσιαστικό

  1. 01 φοράδα αναπαραγωγής
種間托卵 しゅかんたくらん

ουσιαστικό

  1. 01 διαειδικός παρασιτισμός φωλιάς
種内托卵 しゅないたくらん

ουσιαστικό

  1. 01 ενδοειδικός παρασιτισμός ωοτοκίας
種石 たねいし

ουσιαστικό

  1. 01 μικρά κομμάτια πέτρας που χρησιμοποιούνται για την κατασκευή μωσαϊκού, κ.λπ.
  2. 02 σπερματική πέτρα (οθέλλος)
種雄牛 しゅゆうぎゅう

ουσιαστικό

  1. 01 ταύρος αναπαραγωγής, επιβήτορας
種類株 しゅるいかぶ

ουσιαστικό

  1. 01 μετοχή ειδικής κατηγορίας (όπως προνομιούχος μετοχή, αναβαλλόμενη μετοχή)
種苗法 しゅびょうほう

ουσιαστικό

  1. 01 νόμος περί προστασίας φυτικών ποικιλιών και σπόρων
種牡蠣 たねがき

ουσιαστικό

  1. 01 γόνος στρειδιού
種畜場 しゅちくじょう

ουσιαστικό

  1. 01 εκτροφείο αναπαραγωγικών ζώων