417 αποτελέσματα για «空»

空き瓶 あきびん

ουσιαστικό

  1. 01 άδειο μπουκάλι
空隙 くうげき

ουσιαστικό

  1. 01 κενός χώρος, άνοιγμα, κενό, σχισμή
空前絶後 くうぜんぜつご

ουσιαστικό

  1. 01 πρωτοφανής και μοναδικός (τόσο θαυμαστός ή τρομερός που ίσως είναι ο πρώτος και πιθανότατα ο τελευταίος)
空路 くうろ

ουσιαστικό, επίρρημα

  1. 01 αεροπορική διαδρομή, αεροδιάδρομος
  2. 02 αεροπορικώς, με αεροπλάνο
空砲 くうほう

ουσιαστικό

  1. 01 άδειο πυροβόλο, όπλο γεμισμένο με άσφαιρα, βολή με άσφαιρο
空間的 くうかんてき

επίθετο

  1. 01 χωρικός, που αφορά τον χώρο
空疎 くうそ

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 κενός (π.χ. επιχείρημα), ανυπόστατος, κοίλος, άκαρπος
空振る からぶる

ρήμα

  1. 01 αστοχώ σε κίνηση (κατά την προσπάθεια χτυπήματος)
空挺 くうてい

άλλο

  1. 01 αερομεταφερόμενος (στρατεύματα, επιχείρηση κ.λπ.)
空中分解 くうちゅうぶんかい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διάλυση στον αέρα, αποσύνθεση κατά την πτήση
空輸 くうゆ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αερομεταφορά
空中庭園 くうちゅうていえん

ουσιαστικό

  1. 01 κρεμαστός κήπος, κρεμαστοί κήποι
空室 くうしつ

ουσιαστικό

  1. 01 κενό δωμάτιο, διαθεσιμότητα, ακατοίκητο δωμάτιο, άδειο δωμάτιο
空箱 からばこ

ουσιαστικό

  1. 01 άδειο κουτί
空位 くうい

ουσιαστικό

  1. 01 κενή θέση, κενό
  2. 02 ονομαστική θέση (τυπική θέση χωρίς ουσιαστικά καθήκοντα)
空想的 くうそうてき

επίθετο

  1. 01 φανταστικός, ουτοπικός, οραματικός, ιδεατός, δονκιχοτικός, φαντασιόπληκτος
空力 くうりき

ουσιαστικό, άλλο

  1. 01 αεροδυναμική
空気感染 くうきかんせん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αερογενής μετάδοση
空論 くうろん

ουσιαστικό

  1. 01 θεωρία χωρίς πρακτική εφαρμογή, αβάσιμη θεωρία
空咳 からせき

ουσιαστικό

  1. 01 ξερόβηχας
  2. 02 επίτηδες βήχας (π.χ. για να τραβήξει κανείς την προσοχή)