138 αποτελέσματα για «素»

素粒子物理学 そりゅうしぶつりがく

ουσιαστικό

  1. 01 σωματιδιακή φυσική
素袍 すおう

ουσιαστικό

  1. 01 σουό (τελετουργική ενδυμασία σαμουράι χαμηλότερης τάξης)
素人下宿 しろうとげしゅく

ουσιαστικό

  1. 01 πανσιόν, ενοικιαζόμενο δωμάτιο
素絹 そけん

ουσιαστικό

  1. 01 χοντρό μεταξωτό ύφασμα
素面 すめん

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 χωρίς μάσκα (στο κέντο, στο νο, κ.λπ.)
  2. 02 νηφάλιο πρόσωπο
  3. 03 νηφαλιότητα
  4. 04 πρόσωπο χωρίς μακιγιάζ, άβαφο πρόσωπο
素首 そくび

ουσιαστικό

  1. 01 κεφάλι
素見 すけん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 βιτρινάρισμα, περιδιάβαση σε καταστήματα
素っ飛ぶ すっとぶ

ρήμα

  1. 01 πετώ, τρέχω φεύγοντας, εκτινάσσομαι
  2. 02 εξαφανίζομαι, χάνομαι
  3. 03 σπεύδω, βιάζομαι να έρθω
素甘 すあま

ουσιαστικό

  1. 01 γλυκό κέικ μότσι
素晴らしき すばらしき

άλλο

  1. 01 μεγαλοπρεπής, υπέροχος
素気ない すげない

επίθετο

  1. 01 απότομος, κοφτός, ψυχρός, σύντομος
素懐 そかい

ουσιαστικό

  1. 01 παλιά επιθυμία, καημός
素朴実在論 そぼくじつざいろん

ουσιαστικό

  1. 01 αφελής ρεαλισμός
素敵滅法 すてきめっぽう

επίθετο

  1. 01 πολύ υπέροχος, εξαιρετικά ωραίος, απόλυτα θαυμάσιος, πραγματικά εξαίσιος
素っぴん すっぴん

ουσιαστικό

  1. 01 πρόσωπο χωρίς μακιγιάζ, αμακιγιάριστο πρόσωπο
  2. 02 νηφαλιότητα
  3. 03 έλλειψη κλάσης (π.χ. σε παιχνίδι ρόλων), άνεργος
素読み すよみ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ανάγνωση κειμένου δυνατά χωρίς την προσπάθεια κατανόησής του
  2. 02 ανάγνωση δεύτερου προσχεδίου χωρίς αντιπαραβολή με το πρωτότυπο
素人細工 しろうとざいく

ουσιαστικό

  1. 01 ερασιτεχνική δουλειά
素反応 そはんのう

ουσιαστικό

  1. 01 στοιχειώδης αντίδραση
素イデアル そイデアル

ουσιαστικό

  1. 01 πρώτο ιδεώδες
素片 そへん

ουσιαστικό

  1. 01 θραύσματα, τεμάχια, υλικά