115 αποτελέσματα για «聞»

聞ゆる きこゆる

άλλο

  1. 01 διάσημος, φημισμένος
聞き落とす ききおとす

ρήμα

  1. 01 δεν ακούω, χάνω κάτι επειδή δεν το άκουσα
聞き澄ます ききすます

ρήμα

  1. 01 ακούω προσεκτικά
聞きもしないで ききもしないで

άλλο

  1. 01 χωρίς καν να ρωτήσω, χωρίς καν να ακούσω, χωρίς προσεκτική διερεύνηση
聞き書き ききがき

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 καταγραφή όσων ακούγονται, αφήγηση βασισμένη σε προφορικές μαρτυρίες
聞き込み捜査 ききこみそうさ

ουσιαστικό

  1. 01 αστυνομική έρευνα, έρευνα πόρτα-πόρτα, ανίχνευση, ανακριτική διαδικασία που διεξάγεται μέσω ερωτήσεων σε γείτονες, περαστικούς κ.λπ.
聞き過ごす ききすごす

ρήμα

  1. 01 παραλείπω να ακούσω, προσπερνώ κάτι αδιάφορα
聞くも涙、語るも涙 きくもなみだ、かたるもなみだ

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 ιστορία τόσο λυπητερή που προκαλεί δάκρυα τόσο σε αυτόν που τη διηγείται όσο και σε αυτόν που την ακούει
聞き違う ききちがう

ρήμα

  1. 01 ακούω λάθος, παρεκούω
聞き損なう ききそこなう

ρήμα

  1. 01 παρακούω, δεν ακούω καθαρά
  2. 02 χάνω (την ευκαιρία να ακούσω)
聞き捨てにする ききずてにする

άλλο, ρήμα

  1. 01 παραβλέπω, αγνοώ, προσπερνώ
聞く耳を持たぬ きくみみをもたぬ

άλλο

  1. 01 κάνω τον κουφό, δεν ακούω, δεν εννοώ να καταλάβω
聞こし召す きこしめす

ρήμα

  1. 01 ακούω
  2. 02 πίνω, καταναλώνω ποτό
聞き納め ききおさめ

ουσιαστικό

  1. 01 ακούω κάτι για τελευταία φορά
聞き応え ききごたえ

ουσιαστικό

  1. 01 αξιόλογος ακουστικά, που αξίζει να τον ακούσει κανείς
聞き物 ききもの

ουσιαστικό

  1. 01 κάτι που αξίζει να ακουστεί, κάτι που αξίζει να παρακολουθήσει κανείς, το πιο ενδιαφέρον σημείο (προγράμματος), αποκορύφωμα
聞香 ぶんこう

ουσιαστικό

  1. 01 μυρωδιά θυμιάματος, απόλαυση του θυμιάματος, διάκριση θυμιάματος μέσω της όσφρησης, τελετή εκτίμησης αρωμάτων (μπουνκό)
聞知 ぶんち

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μαθαίνω για
聞き置く ききおく

ρήμα

  1. 01 ακούω
聞法 もんぼう

ουσιαστικό

  1. 01 ακρόαση της διδασκαλίας του Βούδα