127 αποτελέσματα για «胸»
胸先 むなさき
ουσιαστικό
- 01 στήθος, θώρακας
胸を出す むねをだす
άλλο, ρήμα
- 01 προπονώ κατώτερο αθλητή σε αγώνα εξάσκησης (για παλαιστή ανώτερης βαθμίδας)
胸回り むねまわり
ουσιαστικό
- 01 περίμετρος στήθους, μέτρο στήθους
胸裏 きょうり
ουσιαστικό
- 01 η καρδιά κάποιου, ο εσωτερικός κόσμος κάποιου (συναισθήματα, στήθος)
胸先三寸 むなさきさんずん
ουσιαστικό
- 01 εσωτερικός κόσμος, συναισθήματα, η προσωπική απόφαση κάποιου
胸に納める むねにおさめる
άλλο, ρήμα
- 01 κρατώ για τον εαυτό μου (μυστικό, κτλ.)
胸が裂ける むねがさける
άλλο, ρήμα
- 01 ραγίζει η καρδιά μου
胸乳 むなち
ουσιαστικό
- 01 στήθος
胸飾り むねかざり
ουσιαστικό
- 01 καρφίτσα
胸が悪い むねがわるい
άλλο, επίθετο
- 01 έχω ναυτία, νιώθω αδιαθεσία
- 02 είμαι θυμωμένος, νιώθω εκνευρισμό
胸痛 きょうつう
ουσιαστικό
- 01 πόνος στο στήθος
胸奥 きょうおう
ουσιαστικό
- 01 τα κατάβαθα της καρδιάς, τα βάθη της ψυχής
胸一つ むねひとつ
ουσιαστικό
- 01 καρδιά, συναίσθημα
- 02 κατά την κρίση κάποιου, στα χέρια κάποιου
胸椎 きょうつい
ουσιαστικό
- 01 θωρακικός σπόνδυλος, θωρακικοί σπόνδυλοι
胸熱 むねあつ
ουσιαστικό
- 01 συγκινημένος, συναισθηματικά φορτισμένος
胸のつかえが下りる むねのつかえがおりる
άλλο, ρήμα
- 01 απαλλάσσομαι από μια ανησυχία, νιώθω ανακούφιση
胸高 むなだか
επίθετο, ουσιαστικό
- 01 ζώνη όμπι φορεμένη ψηλά στη μέση
胸水 きょうすい
ουσιαστικό
- 01 υπεζωκοτικό υγρό
胸腺 きょうせん
ουσιαστικό
- 01 θύμος αδένας
胸を病む むねをやむ
άλλο, ρήμα
- 01 υποφέρω από φυματίωση