152 αποτελέσματα για «脱»

脱漏 だつろう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 παράλειψη
脱腸 だっちょう

ουσιαστικό

  1. 01 κοιλιοκήλη
脱脂粉乳 だっしふんにゅう

ουσιαστικό

  1. 01 αποβουτυρωμένο γάλα σε σκόνη, γάλα σε σκόνη χωρίς λιπαρά
脱水機 だっすいき

ουσιαστικό

  1. 01 στεγνωτήριο, αφυγραντήρας
脱臭剤 だっしゅうざい

ουσιαστικό

  1. 01 αποσμητικό
脱色剤 だっしょくざい

ουσιαστικό

  1. 01 αποχρωστικός παράγοντας, λευκαντικό
脱炭素社会 だつたんそしゃかい

ουσιαστικό

  1. 01 κοινωνία απαλλαγμένη από τον άνθρακα
脱北者 だっぽくしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 άτομο που διέφυγε από τη Βόρεια Κορέα, Βορειοκορεάτης αποστάτης
脱疽 だっそ

ουσιαστικό

  1. 01 γάγγραινα
脱出速度 だっしゅつそくど

ουσιαστικό

  1. 01 ταχύτητα διαφυγής
脱脂 だっし

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 απολίπανση
脱毛症 だつもうしょう

ουσιαστικό

  1. 01 αλωπεκία, φαλάκρα
脱磁 だつじ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 απομαγνήτιση, απομαγνητισμός
脱法行為 だっぽうこうい

ουσιαστικό

  1. 01 καταστρατήγηση του νόμου
脱ぎ揃える ぬぎそろえる

ρήμα

  1. 01 βγάζω και τοποθετώ τακτοποιημένα (π.χ. ένα ζευγάρι παπούτσια) το ένα δίπλα στο άλλο
脱分極 だつぶんきょく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αποπόλωση
脱北 だっぽく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 φυγή από τη Βόρεια Κορέα
脱進機 だっしんき

ουσιαστικό

  1. 01 διαφυγή (μηχανισμός ρολογιού)
脱分化 だつぶんか

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αποδιαφοροποίηση
脱炭素化 だつたんそか

ουσιαστικό

  1. 01 απανθρακοποίηση