115 αποτελέσματα για «苦»
苦吟 くぎん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 επίπονη σύνθεση, αγωνιώδης προσπάθεια συγγραφής ποιήματος
苦汁をなめる くじゅうをなめる
άλλο, ρήμα
- 01 βιώνω μια πικρή εμπειρία
苦肉 くにく
ουσιαστικό
- 01 αυτοτραυματισμός (για την εξαπάτηση του εχθρού)
苦行者 くぎょうしゃ
ουσιαστικό
- 01 ασκητής
苦に病む くにやむ
άλλο, ρήμα
- 01 ανησυχώ (για), βασανίζομαι από αγωνία (για), προβληματίζομαι έντονα (για), αρρωσταίνω από το άγχος
苦心談 くしんだん
ουσιαστικό
- 01 διήγηση για τις δυσκολίες που έχει αντιμετωπίσει κανείς
苦厄 くやく
ουσιαστικό
- 01 κακουχία και δυστυχία
苦熱 くねつ
ουσιαστικό
- 01 έντονη ζέστη
苦っぽい にがっぽい
επίθετο
- 01 πικρουλός, πικρός
苦瓜 にがうり
ουσιαστικό
- 01 πικρόπεπονο (Momordica charantia), πικρή κολοκύθα
苦しい時の神頼み くるしいときのかみだのみ
άλλο
- 01 στα δύσκολα θυμόμαστε τον Θεό, όταν περάσει ο κίνδυνος τον ξεχνάμε, ο άνθρωπος στρέφεται στον Θεό μόνο σε περιόδους κρίσης, δεν υπάρχουν άθεοι στα χαρακώματα
苦汁 にがり
ουσιαστικό
- 01 νιγκάρι, συμπυκνωμένο διάλυμα αλάτων (κυρίως χλωριούχου μαγνησίου) που απομένει μετά την κρυστάλλωση θαλασσινού νερού ή άλμης
苦海 くかい
ουσιαστικό
- 01 θάλασσα των δεινών, επίγειος κόσμος
苦海浄土 くかいじょうど
ουσιαστικό
- 01 Παράδεισος μέσα στη θάλασσα του πόνου: Η νόσος Μιναμάτα (ημι-φανταστικό μυθιστόρημα του 1960 από τη Μιτσίκο Ισιμούρε)
苦諦 くたい
ουσιαστικό
- 01 αλήθεια του πόνου
苦学力行 くがくりっこう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 κοπιαστική προσπάθεια για μάθηση κάτω από αντίξοες συνθήκες
苦り顔 にがりがお
ουσιαστικό
- 01 πικρόχολο, σκυθρωπό πρόσωπο
苦菜 にがな
ουσιαστικό
- 01 ιξερίς η οδοντωτή (είδος φυτού της οικογένειας των αστεροειδών)
苦土 くど
ουσιαστικό
- 01 μαγνησία, οξείδιο του μαγνησίου
苦艾 にがよもぎ
ουσιαστικό
- 01 αψιθιά (Artemisia absinthium), αψέντι