133 αποτελέσματα για «茶»

茶飯 ちゃめし

ουσιαστικό

  1. 01 ρύζι βρασμένο σε τσάι αρωματισμένο με σάκε και σόγια
茶托 ちゃたく

ουσιαστικό

  1. 01 πιατάκι τσαγιού
茶を濁す ちゃをにごす

άλλο, ρήμα

  1. 01 αποφεύγω (ερωτήσεις), απαντώ με τρόπο διφορούμενο, υπεκφεύγω, δημιουργώ προπέτασμα καπνού
茶の木 ちゃのき

ουσιαστικό

  1. 01 τσαιόδεντρο (Camellia sinensis)
茶房 さぼう

ουσιαστικό

  1. 01 τεϊοποτείο, καφετέρια
茶棚 ちゃだな

ουσιαστικό

  1. 01 ράφι στο οποίο φυλάσσεται το τσάι και τα σκεύη για το τσάι
茶湯 ちゃとう

ουσιαστικό

  1. 01 προσφορά τσαγιού και ζεστού νερού προς τον Βούδα ή στο πνεύμα των κεκοιμημένων
  2. 02 έγχυμα τσαγιού, τσάι και ζεστό νερό
  3. 03 τελετή τσαγιού
茶箱 ちゃばこ

ουσιαστικό

  1. 01 κιβώτιο τσαγιού
  2. 02 κουτί για σκεύη τσαγιού (τελετή τσαγιού)
茶袋 ちゃぶくろ

ουσιαστικό

  1. 01 φακελάκι τσαγιού
茶摘み ちゃつみ

ουσιαστικό

  1. 01 συγκομιδή τσαγιού (μάζεμα)
茶花 ちゃばな

ουσιαστικό

  1. 01 εποχιακά άνθη τοποθετημένα για την τελετή του τσαγιού, λουλούδια σε αίθουσα τσαγιού
茶汲み ちゃくみ

ουσιαστικό

  1. 01 σερβίρισμα τσαγιού, άτομο που σερβίρει τσάι
茶屋酒 ちゃやざけ

ουσιαστικό

  1. 01 ποτό που καταναλώνεται σε τσαγερί
茶瓶 ちゃびん

ουσιαστικό

  1. 01 τσαγιέρα
茶巾寿司 ちゃきんずし

ουσιαστικό

  1. 01 τζακινζούσι, δηλαδή γκομοκουζούσι τυλιγμένο σε μια λεπτή στρώση ομελέτας
茶の子 ちゃのこ

ουσιαστικό

  1. 01 γλυκό που σερβίρεται με το τσάι, σνακ
  2. 02 προσφορά ή δώρο που δίνεται σε βουδιστικές τελετές
  3. 03 ελαφρύ γεύμα που τρώνε οι αγρότες πριν από το πρωινό
茶粥 ちゃがゆ

ουσιαστικό

  1. 01 χυλός τσαγιού, χυλός ρυζιού με άρωμα τσαγιού
茶庭 ちゃてい

ουσιαστικό

  1. 01 κήπος τσαγιού
茶舗 ちゃほ

ουσιαστικό

  1. 01 κατάστημα τσαγιού
茶さじ ちゃさじ

ουσιαστικό

  1. 01 κουταλάκι του τσαγιού, μπαμπού κουτάλι τσαγιού για την προετοιμασία ιαπωνικού τσαγιού