167 αποτελέσματα για «落»

落下点 らっかてん

ουσιαστικό

  1. 01 σημείο πτώσης
落魄 らくはく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εξαθλιωμένος, φτωχός, ξεπεσμένος, σε δυσχερή οικονομική κατάσταση
落陽 らくよう

ουσιαστικό

  1. 01 δύων ήλιος
落雁 らくがん

ουσιαστικό

  1. 01 ρακουγκάν, ξηρό γλύκισμα από άμυλο (π.χ. αλεύρι ρυζιού, σόγιας ή κριθαριού) και ζάχαρη, αναμεμειγμένα και πρεσαρισμένα σε καλούπι με σχέδιο
  2. 02 χήνες που προσγειώνονται
落札価格 らくさつかかく

ουσιαστικό

  1. 01 τιμή συμβολαίου, τιμή κατακύρωσης
落葉樹 らくようじゅ

ουσιαστικό

  1. 01 φυλλοβόλο δέντρο
落第生 らくだいせい

ουσιαστικό

  1. 01 μετεξεταστέος μαθητής, μαθητής που υποχρεούται να επαναλάβει το έτος
落水 らくすい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 υδροηλεκτρική ενέργεια, τρεχούμενο νερό
  2. 02 πτώση στη θάλασσα
  3. 03 αποστράγγιση (ενός ορυζώνα πριν από τη συγκομιδή)
落款 らっかん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 υπογραφή και σφραγίδα (σε καλλιγραφία, πίνακες ζωγραφικής, κ.λπ.)
落札者 らくさつしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 νικητής διαγωνισμού, πλειοδότης, ανάδοχος συμβολαίου
落ちゆく おちゆく

ρήμα

  1. 01 διαφεύγω, τρέπομαι σε φυγή
  2. 02 καταστρέφομαι, παρακμάζω
  3. 03 εγκαθίσταμαι, τακτοποιούμαι (π.χ. σε μια τοποθεσία)
落首 らくしゅ

ουσιαστικό

  1. 01 σατιρικό ποίημα, λίβελος
落研 おちけん

ουσιαστικό

  1. 01 λέσχη έρευνας ρακούγκο, όμιλος μελέτης ρακούγκο
落丁 らくちょう

ουσιαστικό

  1. 01 απουσιάζουσα σελίδα, λειψό φύλλο εντύπου
落とし胤 おとしだね

ουσιαστικό

  1. 01 εξώγαμο παιδί (συνήθως ευγενή)
落穂 おちぼ

ουσιαστικό

  1. 01 πεσμένα στάχυα (σιτηρών), αγροί που έχουν συλλεχθεί (απόβλητα συγκομιδής)
落成式 らくせいしき

ουσιαστικό

  1. 01 τελετή εγκαινίων κτιρίου, τελετή ολοκλήρωσης οικοδομής
落書き帳 らくがきちょう

ουσιαστικό

  1. 01 μπλοκ σχεδίου, τετράδιο για μουτζούρες
落車 らくしゃ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πτώση από ποδήλατο, μοτοσικλέτα κ.λπ. κατά την οδήγηση (ιδίως σε αγώνες)
落籍 らくせき

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διαγραφή από το οικογενειακό μητρώο, έλλειψη εγγραφής στα ληξιαρχικά αρχεία
  2. 02 εξαγορά της συμβατικής ελευθερίας μιας γκέισας ή μιας ιερόδουλης