137 αποτελέσματα για «薄»

薄荷 はっか

ουσιαστικό

  1. 01 μέντα (π.χ. πιπερώδης μέντα, δυόσμος κ.λπ.)
  2. 02 ιαπωνική μέντα (Mentha arvensis var. piperascens)
薄白い うすじろい

επίθετο

  1. 01 ασπριδερός
薄暗がり うすくらがり

ουσιαστικό

  1. 01 ημισκόταδο, χαμηλός φωτισμός, ανεπαρκές φως, σούρουπο, λυκόφως
薄物 うすもの

ουσιαστικό

  1. 01 ελαφρύ ύφασμα ή ένδυμα, μεταξωτή γάζα, λεπτό μετάξι
薄れ行く うすれゆく

ρήμα

  1. 01 ξεθωριάζω, εξασθενώ
薄日 うすび

ουσιαστικό

  1. 01 αχνό φως
薄色 うすいろ

ουσιαστικό

  1. 01 ανοιχτόχρωμο χρώμα, απαλό χρώμα
薄板 うすいた

ουσιαστικό

  1. 01 λεπτή σανίδα, καπλαμάς
  2. 02 λεπτό έλασμα χάλυβα (3 χιλιοστά ή λιγότερο)
  3. 03 λεπτό ύφασμα
  4. 04 τετράγωνη ξύλινη βάση βάζου
薄焼き うすやき

ουσιαστικό

  1. 01 το τηγάνισμα ή το ψήσιμο κάποιου λεπτού παρασκευάσματος (π.χ. λεπτή ομελέτα)
薄毛 うすげ

ουσιαστικό

  1. 01 αραιά μαλλιά, αραίωση μαλλιών
薄命 はくめい

ουσιαστικό

  1. 01 κακοτυχία, σύντομη ζωή, μοιραία τύχη
薄地 うすじ

ουσιαστικό

  1. 01 λεπτό ύφασμα
薄利多売 はくりたばい

ουσιαστικό

  1. 01 μικρό κέρδος και γρήγορη ανακύκλωση κεφαλαίου
薄寒い うすさむい

επίθετο

  1. 01 ελαφρώς κρύος, λιγάκι ψυχρός
薄靄 うすもや

ουσιαστικό

  1. 01 αχνή ομίχλη, ελαφριά καταχνιά
薄片 はくへん

ουσιαστικό

  1. 01 νιφάδα, λεπτή φέτα, λεπτό στρώμα, έλασμα, λέμμελα, φύλλο, μεταλλόφυλλο
薄口 うすくち

ουσιαστικό

  1. 01 ελαφριά γεύση, ελαφρώς καρυκευμένος
  2. 02 ανοιχτόχρωμη σάλτσα σόγιας
  3. 03 λεπτός (πορσελάνη, κεραμικά κ.λπ.), λεπτοκαμωμένος, φίνος, ντελικάτος
薄縁 うすべり

ουσιαστικό

  1. 01 λεπτή ψάθα με πλαίσιο
薄型テレビ うすがたテレビ

ουσιαστικό

  1. 01 τηλεόραση επίπεδης οθόνης, τηλεόραση επίπεδου πάνελ
薄雪 うすゆき

ουσιαστικό

  1. 01 ελαφριά χιονόπτωση