158 αποτελέσματα για «調»

調子外れ ちょうしはずれ

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 παραφωνία, δυσαρμονία, λάθος νότα, ξεκούρδιστος
調律師 ちょうりつし

ουσιαστικό

  1. 01 κουρδιστής πιάνων
調査室 ちょうさしつ

ουσιαστικό

  1. 01 γραφείο έρευνας, τμήμα έρευνας, τομέας διερεύνησης
調理人 ちょうりにん

ουσιαστικό

  1. 01 σεφ, μάγειρας
調査船 ちょうさせん

ουσιαστικό

  1. 01 ερευνητικό σκάφος, ερευνητικό πλοίο
調子っぱずれ ちょうしっぱずれ

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 παραφωνία, δυσαρμονία, λάθος νότα, εκτός τόνου
調味 ちょうみ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 καρύκευμα, άρτυμα
調子付く ちょうしづく

ρήμα

  1. 01 ενθουσιάζομαι, παίρνω τα πάνω μου, αποκτώ αυτοπεποίθηση
調べ出す しらべだす

ρήμα

  1. 01 αναζητώ, εντοπίζω, ανακαλύπτω μετά από έρευνα
調法 ちょうほう

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 βολικός, χρήσιμος, πρακτικός, εξυπηρετικός
調査機関 ちょうさきかん

ουσιαστικό

  1. 01 ερευνητικός οργανισμός, ερευνητικό σώμα
調製 ちょうせい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 παρασκευή (κατά παραγγελία), προετοιμασία, κατασκευή
調査期間 ちょうさきかん

ουσιαστικό

  1. 01 περίοδος έρευνας
調弦 ちょうげん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κούρδισμα (εγχόρδου οργάνου)
調査方法 ちょうさほうほう

ουσιαστικό

  1. 01 μέθοδος εξέτασης, μέθοδος έρευνας, διαδικασία αναζήτησης
調性 ちょうせい

ουσιαστικό

  1. 01 τονικότητα
調光 ちょうこう

ουσιαστικό, άλλο

  1. 01 μεταβλητός φωτισμός (π.χ. με ροοστάτη)
  2. 02 φωτοχρωμικός
  3. 03 ροοστάτης, έλεγχος φωτισμού
調査局 ちょうさきょく

ουσιαστικό

  1. 01 υπηρεσία ερευνών, ερευνητικό συμβούλιο
調査課 ちょうさか

ουσιαστικό

  1. 01 τμήμα έρευνας
調理パン ちょうりパン

ουσιαστικό

  1. 01 γεμιστό ψωμί, ψωμί στο οποίο έχει προστεθεί κάποιο υλικό (σάντουιτς, πιροσκί κ.λπ.), ψωμί με γέμιση (ψωμάκια, μπριός κ.λπ.)