245 αποτελέσματα για «超»
超音波検査 ちょうおんぱけんさ
ουσιαστικό
- 01 υπερηχογραφικός έλεγχος, υπερηχογράφημα, υπερηχογραφία
超ひも理論 ちょうひもりろん
ουσιαστικό
- 01 θεωρία των υπερχορδών
超国家的 ちょうこっかてき
επίθετο
- 01 υπερεθνικιστικός
超過分 ちょうかぶん
ουσιαστικό
- 01 πλεόνασμα, περίσσευμα
超高純度 ちょうこうじゅんど
επίθετο, ουσιαστικό
- 01 υπερυψηλή καθαρότητα
超硬合金 ちょうこうごうきん
ουσιαστικό
- 01 τσιμεντοειδές καρβίδιο
超ミニスカート ちょうミニスカート
ουσιαστικό
- 01 πολύ κοντή φούστα, μικροσκοπική φούστα, μικρομίνι
超短波 ちょうたんぱ
ουσιαστικό
- 01 βραχύτατο κύμα, πολύ υψηλή συχνότητα
超正統派 ちょうせいとうは
ουσιαστικό
- 01 υπερορθόδοξος (για Εβραίους), χαρεδικός ιουδαϊσμός, χαρεδίμ
超凡 ちょうぼん
επίθετο, ουσιαστικό
- 01 εξαιρετικός
超過勤務手当 ちょうかきんむてあて
ουσιαστικό
- 01 αποζημίωση για υπερωριακή εργασία
超高層建築 ちょうこうそうけんちく
ουσιαστικό
- 01 ουρανοξύστης
超弦理論 ちょうげんりろん
ουσιαστικό
- 01 θεωρία των υπερχορδών
超微細 ちょうびさい
επίθετο, ουσιαστικό
- 01 υπερλεπτομερής, εξαιρετικά λεπτός, νανοκλίμακας, νανο-, μικρο-
超高速度 ちょうこうそくど
ουσιαστικό
- 01 υπερυψηλή ταχύτητα
超訳 ちょうやく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ελεύθερη απόδοση, ελεύθερη μετάφραση που αποκλίνει σημαντικά από το πρωτότυπο κείμενο, ελεύθερη μετάφραση που δίνει προτεραιότητα στην αναγνωσιμότητα εις βάρος της ακρίβειας
超現実主義 ちょうげんじつしゅぎ
ουσιαστικό
- 01 υπερρεαλισμός
超特 ちょうとく
ουσιαστικό
- 01 πολύ πολύ μεγάλο, 2XL, XXL
超音速旅客機 ちょうおんそくりょかくき
ουσιαστικό
- 01 υπερηχητικό επιβατικό αεροσκάφος (π.χ. το Κονκόρντ)
超銀河団 ちょうぎんがだん
ουσιαστικό
- 01 υπερσμήνος γαλαξιών