102 αποτελέσματα για «退»

退座 たいざ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αποχώρηση από τη θέση
退庁 たいちょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αποχώρηση από το γραφείο
退嬰的 たいえいてき

επίθετο

  1. 01 συντηρητικός, οπισθοδρομικός, που κοιτάζει προς το παρελθόν, αδρανής
退校処分 たいこうしょぶん

ουσιαστικό

  1. 01 αποβολή (από σχολείο)
退居 たいきょ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αποχώρηση από την ενεργό δράση
  2. 02 μετακόμιση από κατάλυμα, αναζήτηση νέας κατοικίας
退っ引きならない のっぴきならない

επίθετο

  1. 01 αναπόφευκτος, μοιραίος, αναπόδραστος
  2. 02 απελπιστικός, ανεπανόρθωτος, χωρίς διέξοδο
退塾 たいじゅく

ουσιαστικό

  1. 01 αποχώρηση από φροντιστήριο, διακοπή φοίτησης σε φροντιστήριο
退園 たいえん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αποχώρηση από πάρκο, κήπο, ζωολογικό κήπο κ.λπ.
  2. 02 αποχώρηση από το νηπιαγωγείο (π.χ. στο τέλος της ημέρας, με την ολοκλήρωση της φοίτησης, αποβολή)
退京 たいきょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εγκατάλειψη της πρωτεύουσας, αναχώρηση από το Τόκιο
退行現象 たいこうげんしょう

ουσιαστικό

  1. 01 παλινδρόμηση σε προγενέστερο στάδιο (για παράδειγμα, βρεφικό)
退縮 たいしゅく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 υποχώρηση (καρκίνου), συρρίκνωση (οργάνου), ατροφία
退職勧奨 たいしょくかんしょう

ουσιαστικό

  1. 01 ενθάρρυνση για πρόωρη συνταξιοδότηση, κίνητρο συνταξιοδότησης
退蔵 たいぞう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 θησαύριση, αποταμίευση (χωρίς χρήση)
退っ引きならぬ のっぴきならぬ

άλλο

  1. 01 αναπόφευκτος, αδήριτος
退職金制度 たいしょくきんせいど

ουσιαστικό

  1. 01 σύστημα συνταξιοδοτικών παροχών, συνταξιοδοτικό σύστημα, συνταξιοδοτικό πρόγραμμα
退嬰主義 たいえいしゅぎ

ουσιαστικό

  1. 01 οπισθοδρομική φιλοσοφία (ιδεολογία), συντηρητισμός
退行性 たいこうせい

ουσιαστικό

  1. 01 εκφυλιστικός, οπισθοδρομικός, παλινδρομικός
退紅色 たいこうしょく

ουσιαστικό

  1. 01 ανοιχτό ροζ
退職年金 たいしょくねんきん

ουσιαστικό

  1. 01 σύνταξη γήρατος, σύνταξη λόγω αποχώρησης
退勢 たいせい

ουσιαστικό

  1. 01 παρακμή, φθίνουσα πορεία, κατάπτωση