118 αποτελέσματα για «送»

送水管 そうすいかん

ουσιαστικό

  1. 01 σωλήνας υδροδότησης, κεντρικός αγωγός ύδρευσης
送付状 そうふじょう

ουσιαστικό

  1. 01 συνοδευτική επιστολή, διαβιβαστική επιστολή
送配 そうはい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διανομή (π.χ. ηλεκτρικού ρεύματος, νερού κ.λπ.)
送籍 そうせき

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μεταφορά νομικής κατοικίας
送信所 そうしんじょ

ουσιαστικό

  1. 01 σταθμός εκπομπής (π.χ. τηλεοπτικός)
送呈 そうてい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αποστολή (βιβλίου ή άλλου αντικειμένου) ως δώρο
送信器 そうしんき

ουσιαστικό

  1. 01 πομπός
送受信装置 そうじゅしんそうち

ουσιαστικό

  1. 01 πομποδέκτης
送金小切手 そうきんこぎって

ουσιαστικό

  1. 01 τραπεζική επιταγή, επιταγή έκδοσης τράπεζας, συναλλαγματική πληρωτέα εν όψει, επιταγή εμβάσματος
送信部 そうしんぶ

ουσιαστικό

  1. 01 μονάδα εκπομπής, πομπός
送稿 そうこう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αποστολή εγγράφου, αποστολή χειρογράφου
送金額 そうきんがく

ουσιαστικό

  1. 01 ποσό εμβάσματος
送迎デッキ そうげいデッキ

ουσιαστικό

  1. 01 εξέδρα παρατήρησης (για παράδειγμα σε αεροδρόμιο)
送像 そうぞう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μετάδοση (τηλεοπτικής εικόνας), αποστολή
送油管 そうゆかん

ουσιαστικό

  1. 01 πετρελαϊκός αγωγός
送り吊り出し おくりつりだし

ουσιαστικό

  1. 01 οπισθία ανύψωση και εξώθηση (τεχνική πάλης σούμο κατά την οποία ο παλαιστής σηκώνει τον αντίπαλο από την πλάτη και τον βγάζει έξω από το ντόχιο)
送粉者 そうふんしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 επικονιαστής
送客 そうきゃく

ουσιαστικό

  1. 01 συνοδεία πελάτη (π.χ. μέχρι τον πλησιέστερο σταθμό τρένου)
  2. 02 συνοδεία πελατών (κατά την αποχώρησή τους)
送り穴 おくりあな

ουσιαστικό

  1. 01 οπές καθοδήγησης (π.χ. σε φιλμ)
送金受取人 そうきんうけとりにん

ουσιαστικό

  1. 01 δικαιούχος εμβάσματος